
Η κατάσχεση του έργου της Εύας Στεφανή και η σύλληψη του γκαλερίστα Μιχάλη Αργυρού της Art Athina ήρθαν μόλις λίγες μερές μετά τις καταγγελίες για το περιεχόμενο της εκπομπής «je t’aime» της Αννίτας Πάνια. Δύο γεγονότα που μοιάζουν μεταξύ τους σχεδόν όσο διαφέρουν. Δύο ανώνυμες καταγγελίες με αφορμή το ηθικό (και όχι το αισθητικό) περιεχόμενο δύο διαφορετικών καλλιτεχνικών εκφράσεων, σε δύο

διαφορετικούς χώρους που είχαν ως αποτέλεσμα να κινητοποιηθούν οι κρατικοί μηχανισμοί ελέγχου και καταστολής (ΕΣΡ, Αστυνομία) φέρνοντας τους «ενόχους» ενώπιον της δικαιοσύνης και τα «έργα» τους ενώπιον της δημόσιας κρίσης. Ωστόσο και στις δύο περιπτώσεις η επίδικη συμπεριφορά είναι η ίδια: ο εξευτελισμός αυτού που θεωρείται ιερό. Στη μια περίπτωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στην άλλη περίπτωση των εθνικών συμβόλων. Για να κατανοήσουμε τις δύο αυτές υποθέσεις, που ξέσπασαν σχεδόν ταυτόχρονα, χρειάζεται να παρακολουθήσουμε τη θέση που πήραν οι δύο πλευρές (των κατηγόρων και των κατηγορουμένων) και να αναρωτηθούμε αν τα επιχειρήματά τους θεμελιώνονται ή όχι. Θα ασχοληθώ εδώ με την υπόθεση του je t’aime γιατί με ενδιαφέρει περισσότερο, κυρίως λόγω των πολιτικών της προεκτάσεων.
Μια ταλαντούχα TV περσόνα, που έθεσε τους όρους της ελληνικής trash τηλεοπτικής

παραγωγής και που πετυχαίνει ολοένα και υψηλότερες ακροαματικότητες, τίθεται υπό εξέταση με την κατηγορία ότι στην εκπομπή της εκμεταλλεύεται ανθρώπους με αναπηρία προσβάλλοντας την αξιοπρέπειά τους. Οι εν λόγω δε άνθρωποι είναι, σύμφωνα με τους καταγγέλοντες, ανήμποροι να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, ακριβώς εξαιτίας της αναπηρίας τους, και έχουν ανάγκη από έξωθεν υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους. Την θέση αυτή υιοθέτησαν οι σύλλογοι που εκπροσωπούν τα δικαιώματα των αναπήρων και υποστηρίχτηκαν στη Βουλή με την ερώτηση που κατέθεσε ο βουλευτής του Συνασπισμού Θανάσης Λεβέντης. Από την άλλη μεριά τώρα, υπάρχει η θέση των ίδιων των ενδιαφερόμενων ατόμων, που έρχεται κυρίως ως απάντηση στην παραπάνω κατηγορία. «Ολοι εμείς που συμμετέχουμε στην εκπομπή», λέει ο Κωνσταντίνος Παρασκευάς, «δεν βγήκαμε από κανένα ίδρυμα ούτε και μας "μαζέψανε" από κάποιο άσυλο. Αυτά είναι γελοία πράγματα και μας θίγουν. Είμαστε μέλη της κοινωνίας, με οικογένειες, δουλειές, φίλους όπως κι εσείς. Το να θεωρείτε ότι έχω ψυχολογικά προβλήματα είναι λυπηρό και άστοχο. Σας ενοχλεί η εικόνα μου, το ότι δεν είμαι σαν παρουσιαστής ειδήσεων, το ντύσιμό μου, η προφορά μου; Τι απ’όλα θεωρείτε υποβαθμισμένο;» Ταυτόχρονα, ο Θανάσης Ηλίας λέει: «Είμαι 39 χρόνων κι εργάζομαι ως υπάλληλος στα ΤΕΙ Αθήνας. Εχω εκπληρώσει τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις κι έχω δουλέψει και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Θεωρώ ότι είναι πολύ άσχημο και βαριά προσβλητικό για εμένα, τους συγγενείς και τους φίλους μου να διαδίδεται στον κόσμο ότι έχω ψυχολογικά προβλήματα, ότι χρειάζομαι παρακολούθηση και ότι με εκμεταλλεύεται και με γελοιοποιεί η κυρία Πάνια ή οποιοσδήποτε άλλος».

Το πρώτο πράγμα που μπορούμε να παρατηρήσουμε σε αυτή τη διαμάχη είναι ότι ο ισχυρισμός της προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας χρησιμοποιείται εξίσου και από τα δύο στρατόπεδα. Από τη μια μεριά, οι εκπρόσωποι των αναπήρων κατηγορούν την Πάνια και το κανάλι για εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης αναπηρίας και από την άλλη, οι ενδιαφερόμενοι –φερόμενοι ως ανάπηροι– κατηγορούν συλλήβδην τους καταγγέλοντες για τον ισχυρισμό της αναπηρίας τους. Σύμφωνα με τους τραγουδιστές του je t’aime, η ανθρώπινη τους αξιοπρέπεια προσβάλλεται όταν δεν τους αναγνωρίζεται η υγεία τους και η ικανότητα τους να υπερασπίζονται τον εαυτό τους, και όχι όταν τραγουδάνε και εκτίθενται με τη συγκατάθεσή τους στην τηλεοπτική εκπομπή.
Δεύτερον, το επιχείρημα του εξευτελισμού στη βάση της αναπηρίας θέτει ένα βασικό ερμηνευτικό πρόβλημα και γρήγορα οδηγεί σε λογικό κενό. Η λογική του είναι η εξής:

«Πρέπει να παρέμβουμε και να «σώσουμε» τους ανάπηρους που εξευτελίζονται, και οι οποίοι εξευτελίζονται ακριβώς επειδή είναι ανάπηροι». Αν όμως, δεχτούμε τελικά ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν νοητική υστέρηση και ότι αντίθετα έχουν πλήρη επίγνωση των πράξεων τους – κάτι που είναι πολύ λογικό εξάλλου, μιας και η υποτιθέμενη υστέρησή τους δεν είναι αναγνωρίσιμη παρά μόνο από το ίδιο το γεγονός ότι δέχονται να «εξευτελιστούν» – τότε, η απαίτηση των καταγγελόντων να πάψει ο δημόσιος «εξευτελισμός» των αναπήρων δεν μπορεί να στηριχτεί. Οδηγούμαστε λοιπόν να διατυπώσουμε το εξής ερώτημα: Μας ενοχλεί ο εξευτελισμός των αναπήρων, που ως ανάπηροι είναι απροστάτευτοι και ανυπεράσπιστοι, ή μας ενοχλεί ο εξευτελισμός γενικά; Και αν απαντήσουμε θετικά στο δεύτερο σκέλος, τότε τι συμβαίνει στην περίπτωση που το αντικείμενο του εξευτελισμού τον υπόκειται με την ίδια τη συγκατάθεσή του (γιατί μπορεί να βρίσκει π.χ. κάποιου είδους ηδονή σε αυτό τον εξευτελισμό ή κάποιο άλλο υλικό όφελος, όπως χρήματικό κέρδος); Πρέπει και σε αυτή την περίπτωση να παρέμβει μία εξωτερική αρχή με στόχο να βάλει την αξία της αξιοπρέπειας πάνω από την αξία της ατομικής ελευθερίας;

Το ερώτημα αυτό ανοίγει το δρόμο σε δύο διαφορετικά ηθικά και πολιτικά ενδεχόμενα. Το ένα δίνει προτεραιότητα στην αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα στις διάφορες αρχές του κράτους να λειτουργούν ως πρακτικές αυθεντίες παρεμβαίνοντας όπου χρειάζεται και υποδεικνύοντας ή απαγορεύοντας ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές. Το άλλο αναγνωρίζει ως ανώτερη την αξία της ατομικής ελευθερίας, αφήνοντας τους ανθρώπους να δρουν σύμφωνα με τη δική τους βούληση στη βάση της ατομικής τους αυτονομίας. Σε ένα θεωρητικό επίπεδο, το πρώτο ενδεχόμενο αντανακλά το μοντέλο ένος κράτους πατερναλιστικού, το δεύτερο ενός κράτους φιλελεύθερου. Σε επίπεδο όμως πραγματικής πολιτικής διακυβέρνησης, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Σχεδόν όλες οι σύγχρονες ευρωπαϊκές δημοκρατίες έχουν υιοθετήσει ένα «ανάμικτο» μοντέλο, φιλελεύθερο όταν πρόκειται για την ιδιωτική ζωή των ατόμων και πατερναλιστικό όταν πρόκειται για δημόσιες εκφράσεις και συμπεριφορές.
Τα όρια όμως του ιδιωτικού και του δημόσιου χώρου είναι δύσκολο να καθοριστούν σαφώς, με αποτέλεσμα η κρατική παρέμβαση να επεκτείνεται πολύ συχνά πέρα από το δημόσιο χώρο της αρμοδιότητάς της. Ενδεικτικά αναφέρω μία περίφημη υπόθεση της γαλλικής νομολογίας,

στην οποία ο δήμαρχος μιας πόλης εξέδωσε διοικητική πράξη εις βάρος μίας ντισκοτέκ που απασχολούσε ένα νάνο τον οποίο οι θαμώνες του μαγαζιού είχαν τη δυνατότητα να πετούν ως ανθρώπινη μπάλα πάνω από τα τραπέζια τους. Παρά τη διαβεβαίωση του νάνου ότι ό ίδιος είχε επιλέξει να κάνει αυτή τη δουλειά μιας και δεν ένιωθε να εξευτελίζεται ενώ ταυτόχρονα του επέτρεπε να βγάζει πολλά χρήματα, η ντισκοτέκ αναγκάστηκε να τον απολύσει. Ο νάνος φυσικά δήλωσε περισσότερο εξευτελισμένος με την απόφαση αυτή, γιατί του στερούσε το δικαίωμά του να εργάζεται και τον αντιμετώπιζε ως ανίκανο να αποφασίζει για τον εαυτό του.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τόσο η περίπτωση του ζεταίμ όσο και η υπόθεση του νάνου εγγράφονται σε μία γενικότερη προσπάθεια των σύγχρονων δημοκρατιών να υπερασπίζονται την αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, προσπάθεια που όμως τελικά αποτυγχάνει. Γιατί, αντί να εξαλείφονται οι ιδιαιτερότητες που εγκαθιδρύουν τις διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους, οι

ιδιαιτερότητες αυτές τονίζονται και επιδεικνύονται σε τέτοιο βαθμό, που όχι μόνο δεν οδηγούν στην εξάλειψη των διαφορών, αλλά επιπλέον οδηγούν στη νομιμοποίησή τους. Το ελάττωμα και η αναπηρία δεν αντιμετωπίζονται ως απλές ανθρώπινες καταστάσεις ανάμεσα σε τόσες άλλες, παρά σαν καταστάσεις εξαιρετικές, σχεδόν ιερές, τις οποίες πρέπει πάση θυσία να προστατεύσουμε ως έχουν. Οι «ανάπηροι» του je t’aime, που φαίνονται να διαφορποιούνται από τα στάνταρ της ανθρώπινης κανονικότητας, γίνονται τα προνομιούχα αντικείμενα της «ανθρωπιάς» του κράτους, το οποίο αναλαμβάνει να τα φροντίσει με τρόπο ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Η «χαζομάρα» τους ιεροποιείται, με αποτέλεσμα, έτσι ιεροποιημένη, να μην μπορεί να πειραχτεί ή να αμφισβητηθεί.
Υπάρχει όμως και ένας ποιοτικός παράγων ο οποίος μου φαίνεται καίριος και στον οποίο έχει ενδιαφέρον να αναφερθούμε. Αφορά την έννοια του εξευτελισμού και τη δυσκολία που έχουμε να την προσδιορίσουμε. Ο εξευτελισμός είναι κάτι που μπορεί να βιώνουμε συχνά στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, όταν π.χ. κάποιος μας επιπλήτει ή μας εκθέτει δημόσια, όταν κάποιος εκμεταλλεύεται την ανωτερότητά του για να επιβληθεί κτλ. Τα περιστατικά όμως αυτά δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την κρατική παρέμβαση. Για να βρούμε λοιπόν πότε αυτή είναι νομιμοποιημένη, είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε μία ποιοτική ανάλυση του νοήματός του. Ας μιλήσουμε με παραδείγματα. Γιατί στην περίπτωση του νάνου που τα βράδυα μεταμορφώνεται σε ανθρώπινη μπάλα η κρατική παρέμβαση νομιμοποιείται ενώ αντίθετα στον νάνο που παίζει π.χ. τον Άριελ, το ξωτικό,

στην Τρικυμία του Σαίξπηρ δεν τίθεται καν θέμα παρέμβασης; Και στις δύο περιπτώσεις, οι νάνοι χρησιμοποιούν την ιδιαιτερότητά τους για να βιοποριστούν, εκτίθενται, γίνονται θέαμα και χειροκροτούνται. Και απ’ότι λένε, και οι δύο επέλεξαν μόνοι τους να κάνουν αυτοί τη δουλειά και είναι ευχαριστημένοι. Που ξεκινάει λοιπόν, ο εξευτελισμός και που τελειώνει; Γιατί στην μία περίπτωση το σώμα του νάνου θεωρείται ότι γίνεται αντικείμενο εξευτελισμού ενώ στην άλλη αντικείμενο τέχνης; Και τελικά πότε αρχίζει το δικαιώμα του φιλελεύθερου κράτους να γίνεται πατερναλιστικό και να παρεμβαίνει στη φιλελεύθερη «σχέση που έχει το άτομο με τον εαυτό του»;

Τελικά η συσχέτιση του εξευτελισμού, ως ανήθικης πράξης, με μία αντίληψη για την αισθητική είναι αναπόφευκτη. Οι ανθρώπινες συμπεριφορές αξιολογούνται σχεδόν όπως τα έργα τέχνης. Κάποιες είναι απρόβλεπτες, προκλητικές και άρα λογοκρίνονται, κάποιες είναι αναμενόμενες, κανονικές και άρα επιτρέπονται. Τόσο το je t’aime όσο και το video αρτ της Εύας Στεφανή εντάσσονται στην πρώτη κατηγορία. Σοκάρουν, το ένα για τον «οπισθοδρομισμό» του, το άλλο για το ριζοσπαστισμό του. Αλλά κυρίως σοκάρουν, όχι επειδή υπάρχουν, αλλά γιατί πάντα θα υπάρχει κόσμος που θα θέλει να τα δει και θα του αρέσουν. Και ενώ στην περίπτωση του αυτόβουλου εξευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας η κρατική παρέμβαση θα μπορούσε ίσως και να θεωρηθεί δικαιολογημένη, στην περίπτωση της τέχνης δε δικαιολογείται ποτέ.