Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

Πατρίδες, θρησκείες, οικογένειες κι εκλεκτικές συγγένειες

Ευτυχώς πέρασε κι αυτό το κακό. Ψήσαμε τ’αρνιά μας, πλέξαμε το εγκώμιο των πατροπαράδοτων εθίμων μας, αποφανθήκαμε συλλογικά και οπωσδήποτε μιντιακά ότι ο οβελίας είναι πιο σημαντικός από τις παντός είδους ανατιμήσεις που θα μας έβρουν την επαύριο της γιορτής και από το επικείμενο τσουνάμι της παγκόσμιας φτώχιας που έχει αρχίσει σιγά σιγά να μας πλησιάζει, ανταμώσαμε συγγενείς που μισούμε και είχαμε κανένα χρόνο να δούμε, αφού πρώτα νηστέψαμε και λίγο έτσι για το καλό. Γενικά «πολύ ωραία» περάσαμε και ευτυχώς το περάσαμε κι αυτό, άλλο κακό να μη μας βρει! Τα Χριστούγεννα αργούν ακόμα...
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των ημερών, εκτός από την απίστευτη οπισθοδρομικότητα που μας χαρακτηρίζει και που βγαίνει και μας κάνει τζα με τον πιο τρομακτικό τρόπο στις τελετές και τις λατρείες και τις εθιμοτυπικές εκδηλώσεις μας, είναι η μετατροπή των σύγχρονων μίντια σε προνεωτερικές μορφές αυθεντίας. Είναι που οι δημοσιογράφοι παίρνουν άδεια κι έρχονται και κάνουν Ανάσταση στο Παρίσι; Είναι που πενθούν για τον κομαντάντε της ορθοδοξίας που τα κακάρωσε; Είναι που τους έχει κόψει η λόρδα από την πολλή νηστεία και θέλουν να ξεμπερδεύουν μια ώρα αρχύτερα για να πάνε να χλαπακιάσουν; Το μυστήριο δεν έχει λυθεί. Όποιος πάντως κάνει το απονενοημένο διάβημα και δει ειδήσεις τις μέρες του Πάσχα θα νομίζει σίγουρα ότι διακτινίστηκε και βρέθηκε ξαφνικά στη δεκαετία του 50, του 60 ή άντε, του 80. Σε καμία περίπτωση πάντως δε θα πιστέψει ότι βρίσκεται στο 2008. Ευτυχώς που το Πάσχα δεν πολυβλέπουμε ειδήσεις.
Για να ξεπλυθώ όμως εγώ από τον ορθοδοξο-παραδοσιακό οχετό που εκσφενδονίστηκε στα μούτρα μου όταν κάθισα να δω τα διάφορα ελληνικά δελτία που κυκλοφορούν στο Ίντερνετ τις προηγούμενες μέρες, πήρα σβάρνα τα ξένα μίντια και έπεσα πάνω στο ετήσιο δείπνο που παραθέτει μια φορά το χρόνο ο Πρόεδρος των ΗΠΑ στους δημοσιογράφους του Λευκού Οίκου. Λες τώρα που είναι Πάσχα, σκέφτηκα, να γίνει κανά θαύμα κι αντί για τον Bush να εμφανιστεί από μια μεριά η C.J. Cregg να προϋπαντήσει τους δημοσιογράφους και μετά να βγει κι ο President Bartlet να τους απευθύνει αγωνιστικό χαιρετισμό; Περίεργα παιχνίδια παίζει το ασυνείδητο στο μέσο αριστερό «σοφίστικέιτιντ» αμερικανοευρωπαίο...
Ο μόνος που εμφανίστηκε φυσικά ήταν ο Μπους. Με πιγκουίνικη ενδυμασία και περισσή καλή διάθεση, μεταπήδησε από το «σώμα του προέδρου» στο «σώμα του πολίτη» με τέτοια άνεση που θα εξέπληττε ακόμα και τον Kantorowicz, αστειεύτηκε με τους δημοσιογράφους, έσταξε και λίγο δηλητήριο για τους υποψήφιους συναδέλφους του, διεύθυνε και την ορχήστρα, ήπιε και την σαμπάνια του και πήγε ικανοποιημένος στην Κατοικία να κοιμηθεί. Η σκέψη ότι οι μέρες του πια είναι μετρημένες με έκανε σχεδόν να τον συμπαθήσω. Ξέρω τι σκέφτεστε: Μη χειρότερα! Αυτό ακριβώς σκέφτηκα κι εγώ και για να συνέλθω άνοιξα γρήγορα το site του Obama. Ας ξέρουμε καλύτερα τι μας περιμένει.
Και κάπως έτσι έπεσα πάνω στην εκπληκτική ομιλία που έδωσε ο Ομπάμα για τις φυλετικές διακρίσεις στις 18 Μαρτίου στη Φιλαδέλφια, μία ομιλία που όπως διάβασα αργότερα παρομοιάστηκε με ομιλίες του Κέννεντυ, του Ρούσβελτ και του Λίνκολν.
http://www.barackobama.com/tv/speeches.php

Κι όμως. Όσο κι αν διείσδυσα στην αμερικάνικη ιστορία, ομοιότητα του Ομπάμα με τον JFK και τον FDR δε βρήκα. Αντίθετα η αναδρομή στο Λίνκολν ήταν μια πραγματική αποκάλυψη.
Δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο Ομπάμα είναι η μετενσάρκωση του Λίνκολν στη μοντέρνα εποχή. Αρκεί να ανατρέξει κανείς στην αντίστοιχη ομιλία που έδωσε ο Λίνκολν στις 27 Φεβρουαρίου το 1860 στη Νέα Υόρκη, με θέμα τη συνταγματική κατοχύρωση ενάντια στη δουλεία για να πειστεί.
Οι ομοιότητες των δύο αντρών είναι εκπληκτικές. Κι οι δυο δικηγόροι από το Ιλλινόις. Κι οι δυό πολύ νέοι για να πάρουν το χρήσμα του προέδρου σύμφωνα με τα στάνταρ της εποχής. Ο Λίνκολν είχε κλείσει τα πενήντα πέντε, πέντε μόλις μέρες πριν την εν λόγω ομιλία, ο Ομπάμα τα σαράντα έξι όταν εκφώνησε τη δική του. Και οι δύο με μικρή πολιτική εμπειρία, και μόνο σε τοπικό επίπεδο, στο κράτος του Ιλλινόις – ο Λίνκολν δύο χρόνια στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ο Ομπάμα τέσσερα χρόνια γερουσιαστής. Και οι δύο διεκδικούν το εσωκομματικό χρήσμα απέναντι σε ένα γερουσιαστή της Νέας Υόρκης με σημαντικότερη φήμη και μεγαλύτερη πολιτική εμπειρία από τους ίδιους: Ο Λίνκολν απέναντι στον στον γερουσιαστή Γουίλιαμ Σέγουαρντ και ο Ομπάμα απέναντι στη Χίλαρυ Κλίντον. Επιπλέον, τόσο ο Λίνκολν όσο και ο Ομπάμα έγιναν γνωστοί από το γεγονός ότι αντιτάχτηκαν σε έναν αρχικά δημοφιλή πόλεμο: στον πόλεμο του Μεξικού ο Λίνκολν ενάντια στον πρόεδρο Πολκ , στον πόλεμο του Ιράκ ο Ομπάμα, ενάντια στον πρόεδρο Μπους.
Τέλος και οι δύο δέχτηκαν βαρύτατες κατηγορίες, με πιο καταστροφική την αμφισβήτηση της υπέρτατης αμερικάνικης αρετής, αυτής του πατριωτισμού. Ο Λίνκολν κατακρίθηκε έντονα για τη στήριξη που έδωσε στον Τζόν Μπράουν, που οργάνωσε την ένοπλη εξέγερση με στόχο την κατάργηση της δουλείας ενώ ο Ομπάμα κατηγορείται ακόμα (μέχρι και από το Μπους) ότι ακολουθεί τα διδάγματα του ιδιόρρυθμου παπά Τζερεμάια Ράιτ που ασκεί σφοδρή κριτική στις ΗΠΑ.
Το ερώτημα που γεννιέται τώρα αυτομάτως είναι το αν οι εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στον Λινκολν και τον Ομπάμα θα οδηγήσουν και σε συγγενείς πορείες. Ο αντιπατριώτης Λίνκολν είναι σήμερα η απόλυτη ενσάρκωση του αμερικάνικου πατριωτισμού. Θα είναι ο Ομπάμα μετά από εκατό χρόνια ότι είναι σήμερα για μας ο Λίνκολν; Κι αν ναι πως θα τον θυμόμαστε; Ως μιγά με μουσουλμανικό όνομα (Χουσείν); Ή ως τον πρώτο μαύρο πρόεδρο της Αμερικής;
Κράτησα δύο φράσεις από την ομιλία στη Φιλαδέλφια:
Η πρώτη είναι ένα προεκλογικό τέχνασμα που εκφράστηκε όμως με λινκολνική μετριοφροσύνη και κομψότητα:
«I have never been so naïve as to believe that we can get beyond our racial divisions in a single election cycle, or with a single candidacy – particularly a candidacy as imperfect as my own.»
Η δεύτερη είναι η μεγαλειώδης απάντηση του Ομπάμα στην τριπλή κατηγορία που δέχεται σχετικά με τις οικογενειακές τους καταβολές, τα θρησκευτικά του πιστεύω και τον πατριωτισμό του:
«I have brothers, sisters, nieces, nephews, uncles and cousins of every race and every hue, scattered across three continents, and for as long as I live, I will never forget that in no other country on earth is my story even possible».
Με άλλα λόγια:
Όσο εμείς ψήνουμε τα αρνιά μας άλλοι ζουν το
Αμέρικαν Ντριμ . –

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2007

Χρειαζόμαστε μία πέμπτη εξουσία;

Η εκκίνηση των διαδικασιών εκλογής προέδρου στο ΠΑΣΟΚ ανέσυρε μαζί και ένα ζήτημα, για καιρό ξεχασμένο από τη δημόσια συζήτηση, σχετικά με το ρόλο των μίντια στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και τη δυνατότητά τους να επηρεάζουν την εκλογή αρχηγών και κυβερνήσεων. Ήδη με τη δημοσίευση των πρώτων γκάλοπ, την επομένη κιόλας των εκλογών, που έδιναν προβάδισμα στο Βενιζέλο έναντι του Παπανδρέου, άρχισαν να ψιθυρίζονται από στόμα σε στόμα εκφράσεις του τύπου «θα βγει αυτός που θέλει το Συγκρότητα (Λαμπράκη)» και «τα κανάλια βγάζουν κυβερνήσεις». Μια βδομάδα αργότερα, ελάχιστα λεπτά μετά το περιστατικό της ρίψης του καφέ στον Ε. Βενιζέλο, ο Στέφανος Τζουμάκας ξέσπασε σε ζωντανή μετάδοση σε δημοσιογράφο του ΜΕΓΚΑ (Ι. Χασαπόπουλο) κατηγορώντας δημόσια το Συγκρότημα Λαμπράκη για χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Και ενώ το περιστατικό δεν προβλήθηκε περαιτέρω από τα κανάλια, τις μέρες που ακολούθησαν γίναμε μάρτυρες της δημοσίευσης μιας σειράς άρθρων, από μεγάλα δημοσιογραφικά ονόματα, που έσπευδαν να απαντήσουν, άμεσα ή έμμεσα, στην κατηγορία του Τζουμάκα.
Το χορό έσυρε βέβαια το άρθρο του Πρετεντέρη «Η υποχρέωση της γνώμης», το οποίο ισχυρίζεται ότι οι δημοσιογράφοι και τα μίντια δεν έχουν απλά δικαίωμα αλλά υποχρέωση «να αξιολογούν πρόσωπα και πράγματα της πολιτικής σκηνής και να εκφράζουν άποψη για όσα συμβαίνουν. [...] Από αυτή την υποχρέωση της γνώμης δεν μπορούν να παραιτηθούν σε καμία περίπτωση και για καμία σκοπιμότητα, διότι τότε θα πάψουν να είναι εφημερίδες και δημοσιογράφοι». Η άποψη αυτή του Πρετεντέρη είναι εξόχως ρηξικέλευθη και εντυπωσιάζει όχι τόσο από το περιεχόμενό της αλλά κυρίως από το ίδιο το γεγονός της δημόσιας εκφοράς της.
Σε ένα πρόσφατο παρελθόν, τόσο πρόσφατο που σχεδόν δεν μπορούμε να το ορίσουμε, η δημοσιογραφική ηθική ήταν μία ηθική αντικειμενικότητας. Ο δημοσιογράφος όφειλε να είναι ανεξάρτητος, να εξετάζει τα διαφορετικά ενδεχόμενα και να τα παρουσιάζει στον αναγνώστη κρατώντας ίση απόσταση από τις εμπλεκόμενες πλευρές, τηρώντας τη μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα και χωρίς να εκφέρει τη δική του γνώμη, ή τη γνώμη κάποιας άλλης «ανώτερης δύναμης», που συχνά αποκαλούμε με τον όρο «συμφέροντα». Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι σε αυτό το πρόσφατο παρελθόν, τα μίντια ήταν πράγματι αντικειμενικά, και ότι οι δημοσιογράφοι δεν έλεγαν τη γνώμη τους (ή τη γνώμη κάποιων άλλων ανθρώπων που ίσως και να είχαν συμφέρον να προωθηθεί δημόσια η γνώμη τους), παρά ότι υποτάσσονταν στον ηθικό καταναγκασμό μιας έστω κατ’επίφαση αντικειμενικότητας, που σε καμία περίπτωση και με κανένα τρόπο δεν έπρεπε να αμφισβητηθεί δημόσια. Με άλλα λόγια, για να πάρει κάποιος σοβαρά ένα κανάλι ή μία εφημερίδα, αυτά έπρεπε, όχι απαραίτητα να φέρουν, αλλά οπωσδήποτε να λένε ότι φέρουν τη βούλα της αντικειμενικότητας και της ανεξάρτητης και αδέσμευτης δημοσιογραφικής ηθικής. Διαφορετικά, στην περίπτωση που ένα κανάλι ή μία εφημερίδα δεν υιοθετεί τη βιτρίνα της αντικειμενικότητας παρά δηλώνει ρητά και ξεκάθαρα ότι εκφράζει μία πολιτική σκοπιμότητα (όπως π.χ. ο Ριζοσπάστης ή παλιότερα η Εξόρμηση), τότε αυτό δεν αναγνωρίζεται ως μέσο παρά ως όργανο, γεγονός που συνοδεύεται από την απαξίωση της δημοσιογραφικής δουλειάς του.
Αίτημα αντικειμενικότητας λοιπόν, και μάλιστα ισχυρό. Και ακόμα περισσότερο: Κανόνας αντικειμενικότητας και δημοσιογραφική νόρμα, η παραβίαση της οποίας συνεπάγεται απώλεια κύρους και λοιπές ηθικές επιπτώσεις. Ωστόσο, στην περίπτωση της παραβίασης, πρέπει να ορίσουμε δύο επίπεδα: Το επίσημο και το ανεπίσημο. Ανεπίσημα ο κανόνας της αντικειμενικότητας παραβιάζεται συστηματικά από καταβολής μέσων, παραβίαση που δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ. Επίσημα όμως δεν πρέπει να φαίνεται ότι παραβιάζεται και αν αυτό συμβαίνει οι συνέπειες για το μέσο είναι ολέθριες (χάνει το κύρος του, πέφτει η κυκλοφορία του, κλείνει, αλλάζει χέρια ή συνεχίζει να υπάρχει αλλά έχοντας απωλέσει την ίδια τη φύση του ως μέσου). Άρα, παρατηρούμε ότι υπάρχει μία λεπτή γραμμή, που χωρίζει σαν σύνορο, το ψιθύρισμα της φράσης «τα κανάλια βγάζουν κυβερνήσεις» μεταξύ φίλων στο δρόμο ή στο καφενείο και τη δημόσια καταγγελία του Τζουμάκα «το Συγκρότημά σας χειραγωγεί την κοινή γνώμη». Στην πρώτη περίπτωση αυτοί που λένε αυτή τη φράση συμβάλλουν απλά στην κυκλοφορία ενός κουτσομπολιού ήδη γνωστού σε όλους. Στη δεύτερη, περίπτωση, το άτομο που τη λέει μετατρέπει ένα κουτσομπολιό σε δημόσια γνώση που παίρνει τη μορφή καταγγελίας και αναγκάζει τους εμπλεκόμενους να δικαιολογήσουν τη θέση τους και να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Δε θα ήταν ίσως άστοχο να πούμε ότι ο κανόνας της αντικειμενικότητας είναι τόσο πρωταρχικός και δομικός για τη φύση των μέσων όσο και ο κανόνας της εξωγαμίας (ή της απαγόρευσης της αιμομιξίας) στις ανθρώπινες κοινωνίες. Η απαγόρευση της αιμομιξίας, κανόνας παγκόσμιας ισχύος και εμβέλειας, καταπατάται συστηματικά αλλά ποτέ επίσημα. Ο κορυφαίος ανθρωπολόγος Μπρόνισλαβ Μαλινόφσκι, όταν μελετούσε την κοινωνία των Τροβριανδών στη χώρα των Παπούα στη Νέα Γουϊνέα, έγινε μάρτυρας του εξής περιστατικού: Ένας νεαρός Τροβριανδός διατηρεί ερωτικές σχέσεις με την ξαδέρφη από τη μεριά της μητέρας του. Το γεγονός είναι γνωστό από όλους στην κοινότητα και φυσικά επικρίνεται ψιθυριστά από στόμα σε στόμα χωρίς ωστόσο να αλλάζει τίποτα, ως τη στιγμή που ένας άλλος νεαρός, που είναι ερωτευμένος με την κοπέλα, κατηγορεί το ζευγάρι μπροστά σε όλη την κοινότητα για αιμομιξία. Η δημόσια αυτή καταγγελία ωθεί την επόμενη μέρα το νεαρό που έχει διαπράξει την αιμομιξία να αυτοκτονήσει μπροστά στα μάτια όλης της κοινότητας πέφτωντας στο κενό.
Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο εγγράφεται και το πρόσφατο περιστατικό των ερωτευμένων εξαδέφων στην Ιεράπετρα που αποφάσισαν να βάλουν τέλος στη ζωή τους πριν από δύο μέρες: Η 17χρονη κοπέλα και ο 24χρονος ξάδερφός της διατηρούσαν εδώ και καιρό ερωτική σχέση, γεγονός που ήταν γνωστό στους φίλους του ζευγαριού. Μόλις το ζευγάρι εξέφρασε την απόφαση να παντρευτεί, δηλαδή να επισφραγίσει δημόσια και επίσημα το δεσμό του, οι οικογένειες τους τους το απαγόρευσαν ντροπιασμένοι. Τα ξαδέρφια μπορεί να μην αυτοκτόνησαν, όπως στην περίπτωση του Τροβριανδού, από ντροπή, η πράξη τους όμως καταδεικνύει ότι συμβιβάστηκαν με την απαγόρευση της αιμομιξίας και αναγνώρισαν ότι το πέρασμα από το ανεπίσημο στο επίσημο ήταν ανέφικτο. Και στις δύο περιπτώσεις οι αυτοκτονίες των εμπλεκόμενων βοήθησαν στην αποκατάσταση της τάξης της κοινότητας που είχε διαταραχτεί με τη δημοσιοποίηση της παρανομίας.
Παρατηρούμε λοιπόν, ότι η παραβίαση του κανόνα δεν έχει επιπτώσεις για τους καταπατητές του παρά μόνο στην περίπτωση που κάποιος τους καταγγείλει δημόσια. Αλλά για να ξαναγυρίσουμε στα μίντια, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σε αυτή την ιστορία δεν είναι η στιγμή της καταγγελίας (η δήλωση του Τζουμάκα) αλλά η στιγμή της ανάληψης της ευθύνης (άρθρο Πρετεντέρη) που στοχεύει στην αποκατάσταση της τάξης.
Ο Πρετεντέρης όχι μόνο δεν «αυτοκτονεί» από ντροπή, αλλά, χωρίς καν να αρνηθεί την παραβίαση του κανόνα της αντικειμενικότητας, παρουσιάζει δημόσια μία καινούρια δημοσιογραφική ηθική, κύριος άξονας της οποίας, είναι η γνώμη. Σύμφωνα με αυτή τη νέα ηθική, ο δημοσιογράφος δεν είναι απλός και αντικειμενικός διαμεσολαβητής της είδησης αλλά ένα είδος κριτικού σχολιαστή, άρα ένα είδος αυθεντίας, ο οποίος φροντίζει να δώσει στον ακροατή, τον τηλεθεατή ή τον αναγνώστη την είδηση μαζί με το σχόλιο της και μαζί με μία γνώμη πάνω στο θέμα της, και πολύ συχνά, μόνο το σχόλιο και τη γνώμη χωρίς την είδηση. Χαρακτηριστικό δείγμα της νέας αυτής κατάστασης είναι το βραδινό δελτίο του MEGA, στο οποίο αφού η παρουσιάστρια καλησπερίσει τους τηλεθεατές, αντί να αρχίσει μία καταγραφή της επικαιρότητας, ανακοινώνει ένα προς συζήτηση θέμα και το κουβεντιάζει με άλλους δημοσιογράφους – συζητητές.
Το ερώτημα τώρα που προκύπτει από αυτή τη νέα κατάσταση, η οποία όχι μόνο συμβαίνει, αλλά μετά το άρθρο του Πρετεντέρη και την παντελή απουσία κριτικής πάνω σε αυτό είναι και κατοχυρωμένη, είναι εκ νέου το πρωταρχικό ερώτημα του ρόλου των μίντια.
Στους διανοητές του φιλελευθερισμού (από το Λοκ μέχρι τον Μοντεσκιέ), οι ατομικές μας ελευθερίες δεν είναι εγγυημένες παρά μόνο στη βάση του αμοιβαίου ελέγχου ανάμεσα στις τρεις εξουσίες, την εκτελεστική, τη νομοθετική και τη δικαστική. Από κάποια στιγμή και μετά (θα λέγαμε ότι ίσως αυτή η στιγμή είναι η υπόθεση Ντρέυφους) προστέθηκε και μία τέταρτη εξουσία, αυτή των μίντια. Απαραίτητη προϋπόθεση της δυνατότητας ελέγχου των τριών εξουσιών από τα μίντια είναι βέβαια η αντικειμενικότητα αλλά και ο έλεγχος των μίντια από τις άλλες τρεις εξουσίες.
Έχω ωστόσο την αίσθηση τον τελευταίο καιρό, ότι η εξουσία των μίντια αυξάνει ενώ ο έλεγχος και η κριτική που ασκείται από τις άλλες εξουσίες ή από τους ίδιους τους πολίτες πάνω σε αυτά μειώνεται. Και μπορεί, ο Πρετεντέρης, η Τρέμη κι ο Τσίμας να μη μας δίνουν τη γνώμη κάποιων «συμφερόντων», παρά απλά και μόνο, όπως λένε, τη δική τους γνώμη, πότε όμως κάποιος από μας τη ζήτησε; Και από που εν πάσει περιπτώσει αντλούν όλοι αυτοί οι δημοσιογράφοι την αυθεντία τους;
Τελικά βρισκόμαστε σήμερα πολύ μακριά από την εποχή που ο κοινωνιολόγος Gabriel Tarde, το 1913 καθησύχαζε, λέγοντας ότι η πολιτική λειτουργία των μίντια είναι απλά και μόνο το να μας συγχρονίσουν και να ωθήσουν την ίδια στιγμή μία μάζα ατόμων που δε γνωρίζονται μεταξύ τους και που δε θα συναντηθούν ποτέ, να ενδιαφερθούν μαζικά για ένα γεγονός, κινητοποιημένοι από τη γνώση ότι αυτό το γεγονός ενδιαφέρει και άλλους. Πολύ μακριά επίσης και από την εποχή που οι αμερικάνοι κοινωνιολόγοι Mc Combs και Shaw, ξανάπιασαν το 1970 την ιδέα του Tarde, λέγοντας πως τα μέσα δεν μας λένε «τι πρέπει να σκεφτούμε αλλά πάνω σε τι πρέπει να σκεφτούμε».
Εμείς μάλλον θα πρέπει να ξαναπιάσουμε σοβάρα την ιδέα του Πρετεντέρη, που αναγνωρίζει αυτόβουλα στον εαυτό του και στον εαυτό των συναδέλφων του την υποχρέωση (!) να έχει γνώμη επί παντός επί στητού και να τη λέει δημόσια, χωρίς κανένας να τον ελέγχει και χωρίς καμία δημόσια καταγγελία να τον αγγίζει, και να σκεφτούμε, ως πολίτες με ατομικές ελευθερίες και δικαιώματα, αν τελικά αυτά είναι τα μίντια που θέλουμε να έχουμε. Μήπως επιτέλους χρειαζόμαστε μία πέμπτη εξουσία;
Μην πάτε μακριά. Στα μπλογκ αναφέρομαι.


Υ.Γ. Ευχαριστώ για τα μηνύματά σας όλον αυτό το μήνα που, λόγω φόρτου εργασίας, το σημείο βρασμού είχε πέσει σε μια μικρή φθινοπωρινή νάρκη. Το μπλογκ συνεχίζεται κανονικά, με πάσα τιμή και χωρίς επίφυλαξη.

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2007

Η πολιτική συνεχίζεται

Οι παρακολουθήσεις των τηλεφώνων πολιτών και του πρωθυπουργού, οι μαζικές προσλήψεις «γαλάζιων παιδιών», οι απαγωγές των Πακιστανών, το σκάνδαλο των «κουμπάρων», το φοιτητικό κίνημα και η χωρίς προηγούμενο καταστολή του, η μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού και το σκάνδαλο των ομολόγων, η πτώση του σινούκ με τον Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας, το ναυάγιο της Σαντορίνης, οι πυρκαγιές που κατέκαψαν τη χώρα και τους ανθρώπους της, το σκάναδαλο των πανελλαδικών με τη δημοσίευση λαθεμένων βάσεων, αλλά κυρίως η αλαζονεία της εξουσίας και η παντελής άρνηση ανάληψης ευθυνών, δεν άρκεσαν για να ξυπνήσουμε τη 17η του Σεπτέμβρη με νέα κυβέρνηση. Η Νέα Δημοκρατία, αν και εμφανώς εξασθενημένη, εξήλθε, έστω κι οριακά, αυτοδύναμη από την εκλογική αναμέτρηση.
Οι μεγάλοι νικητές είναι αναμφισβήτητα τα «μικρά κόμματα», και κυρίως οι δυνάμεις της Αριστεράς που, μακριά από την εξουσία και τα δεινά της, αποτέλεσαν τον αμόλυντο εκείνο δίαυλο όπου μπόρεσε να διοχετευτεί η συνεχώς αυξανόμενη δυσαρέσκεια του εκλογικού σώματος, όχι μόνο απέναντι στην πρόσφατη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αλλά και στην «εναλλακτική» πρόταση του ΠΑΣΟΚ. Η Νέα Βουλή, πεντακομματική, πολυμορφική, πολυσυλλεκτική και πολυφωνική, εμφανίζεται ταυτόχρονα και πιο πολιτικοποιημένη: Πλήθος celebrities έμειναν εκτός, ενώ εξελέγησαν για πρώτη φορά στρατευμένοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες όπως ο Περικλής Κοροβέσης, ο Γρηγόρης Ψαριανός και η Εύα Μελά, οι οποίοι θα έχουν την ευκαιρία να αντιπα- ρατεθούν ιδεολογικά με τους βουλευτές της ακροδεξιάς που διέβηκαν με τη σειρά τους για πρώτη φορά το κοινοβουλευτικό κατώφλι. Μεγάλος χαμένος των εκλογών το ΠΑΣΟΚ, που άγγιξε το ιστορικό χαμηλό του από τη δεκαετία του ’80, αλλά ταυτόχρονα και μεγάλος κερδισμένος της τηλεοπτικής προβολής, μιας και το εκλογικό αποτέλεσμα έφερε μαζί του σενάρια διαδοχής, τα οποία με τη σειρά τους έφεραν την τηλεθέαση.
Και ενώ συνήθως το πέρας των εκλογών σηματοδοτεί το τέλος μίας έντονα πολιτικής περιόδου, οι φετεινές εκλογές πέτυχαν ακριβώς το αντίθετο. Η πολιτική αντιπαράθεση συνεχίζεται τώρα πιο έντονη από ποτέ, είτε ως δέσμευση μιας Αριστεράς που γνωρίζει καλά ότι πρέπει να προσπαθήσει πολύ για να βγάλει ασπροπρόσωπη τη μεγαλύτερη μερίδα των ψηφοφόρων της που συγκυριακά της έδωσε μία ευκαιρία, είτε ως εσωκομματικός αναστοχασμός ενός ΠΑΣΟΚ που ξέρει πως όταν κάποιος πέφτει τόσο χαμηλά το μόνο που του μένει πια να κάνει είναι να βάλει δύναμη και να σηκωθεί πάνω. Το τι θα γίνει στη συνέχεια θα το δούμε προσεχώς. Όπως έγραφε εξάλλου και ο φιλόσοφος Claude Lefort, όσο η δημοκρατική περιπέτεια συνεχίζεται και οι όροι της πολιτικής αντιπαράθεσης μετατίθενται, δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε σίγουροι γι’αυτό που θα επακολουθήσει. Μπορούμε ωστόσο να καυχηθούμε ότι ζούμε σε μία κοινωνία δημοκρατική, μία κοινωνία με Ιστορία, που, σε αντίθεση με την ανιστορική κοινωνία των ολοκληρωτικών καθεστώτων, που προωθούν πάση θυσία την ομοιογένεια και την ομοιομορφία, η δική μας κοινωνία εγκολπώνει και διαφυλάσσει, όχι μόνο τη διαφορετικότητα αλλά και την αναποφασιστικότητα των πολιτών της. Όπως κατέδειξαν οι προχθεσινές εκλογές, χάρη στους αναποφάσιστούς μας η πολιτική όχι μόνο συνεχίζεται αλλά και αναβαθμίζεται.

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2007

Μια αφήγηση για το ντιμπέιτ ή ο θρίαμβος του πολιτισμού

Χωρίς να διαφέρει ουσιαστικά από τις τηλεοπτικές αναμετρήσεις των προηγούμενων εκλογικών περιόδων, το ντιμπέιτ της Πέμπτης αποδείχτηκε μία εμπειρία άκρως διασκεδαστική. Οι κομματικοί αρχηγοί επιστράτευσαν και εξάντλησαν τα αποθέματα σοβαροφάνειας που νομίζουν πως απαιτεί ο αρχηγικός τους ρόλος, οι δημοσιογράφοι επιδόθηκαν με μανία στο προσφιλές τους άθλημα να παράγουν αξιολογικές κρίσεις και οι τηλεθεατές απόλαυσαν μία χωρίς πολλές εκπλήξεις και ειδικά εφέ αλλά καλοστημένη και χορταστική παράσταση. Ποιός κέρδισε; Ποιός έχασε; Και τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε τώρα με την απόσταση ασφαλείας που μας δίνουν οι μέρες που μεσολάβησαν;
Τη μερίδα του λέοντος σε αυτή την ιστορία κατέχουν αναμφισβήτητα τα μίντια και οι δημοσιογράφοι, που κλήθηκαν να παίξουν τον κρίσιμο ρόλο, όχι μόνο της οργάνωσης αλλά και της αξιολόγησης του ντιμπέιτ, εμφυσώντας του ουσιαστικά, με τις δημοσιογραφικές τους ετυμηγορίες, το χαμένο του νόημα. Ήδη με τη λήξη της εκπομπής είχαν στηθεί πολυπληθή πάνελ σε όλα τα κανάλια, αποτελούμενα από πολιτικούς, ειδικούς αναλυτές και κυρίως δημοσιογράφους, που προσπαθούσαν να εξηγήσουν τα σημεία και τα κρυμμένα νοήματα στα λεγόμενα και τις κινήσεις των αρχηγών. Άμεσες αντιδράσεις τηλεθεατών δεν υπήρχαν, όπως συνέβη, παραδείγματος χάρη, στο πρόσφατο ντιμπέιτ Σαρκοζύ-Ρουαγιάλ, όπου ο καθένας μπορούσε να δημοσιεύει το σχόλιο του και να ψηφίζει στο Ίντερνετ για τον υποψήφιο με τις καλύτερες εντυπώσεις, ενώ η τηλεοπτική αντιπαράθεση ήταν ακόμα στον αέρα. Ως εκ τούτου, τα πρώτα σχόλια για τους κερδισμένους και τους χαμένους του ελληνικού ντιμπέιτ έγιναν από τα μίντια. Οι τηλεθεατές, ακόμα κι αν είχαν διαμορφώσει ιδία άποψη για τους κομματικούς αρχηγούς, ήταν αναγκασμένοι να τη φιλτράρουν μέσα από τη «δημοσιογραφική γραμμή».
Η απουσία άμεσων αντιδράσεων από τους ίδιους τους εκλογείς, είχε εξ΄άλλου ως αποτέλεσμα και την παραγωγή μίας ομογενοποιημένης εν πολλοίς δημοσιογραφικής ετυμηγορίας. Τα συμπεράσματα που βγήκαν τηλεοπτικά και διαχύθηκαν εν συνεχεία σε όλα τα οπτικοακουστικά μέσα ήταν συνοπτικά τα εξής: Ο Καραμανλής ήταν «μουδιασμένος» και «έχασε έδαφος», ο Παπανδρέου ήταν «επιθετικός» και «κέρδισε έδαφος», ο Αλαβάνος ήταν «άνετος, σίγουρος» και «κέρδισε τις εντυπώσεις» και ο Καρατζαφέρης «δημαγώγησε» αρκούντως ωστέ να μπει στη Βουλή. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κανένας δημοσιογράφος in vitro ή in papyrο δε βρέθηκε να αμφισβητήσει τα εν λόγω συμπεράσματα, αποκλίνοντας δραματικά από αυτή τη «γραμμή», λέγοντας, για παράδειγμα, ότι ο Καραμανλής ήταν ο καλύτερος και ότι κερδίζει άνετα τις εκλογές ή ότι ο Παπανδρέου ήταν ο μεγάλος χαμένος του ντιμπέιτ. Έτσι, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της επομένης, ανάλογα με τον πολιτικό τους προσανατολισμό τόνιζαν [«Ναυάγιο Καραμανλή σε ντιμπέιτ μονολόγων» (ΤΑ ΝΕΑ), «Εικονομαχία με άσφαιρο Καραμανλή» (Ελευθεροτυπία)] ή συγκάλυπταν [«Αυτοδυναμία ή νέες εκλογές» (Καθημερινή), «Καθαρή εντολή ζήτησε ο Καραμανλής» (Ελεύθερος Τύπος)] τη δυσμενή θέση του πρωθυπουργού που μέχρι πριν από λίγες βδομάδες φαινόταν ότι θα κέρδιζε άνετα τις εκλογές.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε την αξία της δημοσιογραφικής αξιολογικής αφήγησης του ντιμπέιτ. Όπως πολύ ωραία έδειξε ο Paul Ricoeur (ένας από τους ελάχιστους φιλοσόφους που ενδιαφέρθηκε πραγματικά για τους εξαναγκασμούς που συναντά ο επαγγελματίας ιστορικός), «κάθε γεγονός που έχει πετύχει να φτάσει σε μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αφήγησή του, δηλαδή, με την ερμηνεία που του δίνεται εν τη γεννέση του και με το σύνολο της ερμηνευτικής δουλειάς που μεσολαβεί μέχρι να φτάσει στ’αυτιά μας ως Γεγονός». Αυτή η θέση δεν πρέπει να θεωρηθεί στρουκτουραλιστική: Ο Ricoeur δε θεωρεί ότι το γεγονός είναι εξ’ολοκλήρου κατασκευασμένο από τα σχόλια και τις αφηγήσεις που παράγονται γύρω του, αφού συνέβη πραγματικά και μάλιστα πολύ πριν ξεκινήσουμε να το αφηγούμαστε. Η αξία της θέσης του Ricoeur έγκειται στο ότι μας υποδεικνύει την ανάγκη να σκεφτούμε ότι το ντιμπέιτ της Πέμπτης, παραδείγματος χάρη, δε μας έδωσε από μόνο του το νόημά του, παρά ότι το νόημά του παράχθηκε εκ των υστέρων, χάρη κυρίως σε μία σειρά πολλαπλών μιντιακών αφηγήσεων και δημοσιογραφικών αξιολογικών κρίσεων.
Ωστόσο, κατά πόσο θα ήταν δυνατή η ανακήρυξη των «νικητών και των χαμένων» μιας τόσο άρτια δομημένης τηλεοπτικής «αναμέτρησης» χωρίς τη βοήθεια των δημοσιογράφων σε ρόλο κριτών; Είναι αλήθεια ότι το ντιμπέιτ έβριθε από κανόνες και ρυθμίσεις και όριζε το χρόνο και τον τρόπο ομιλίας των συμμετεχόντων σε τέτοιο βαθμό που ακυρωνόταν τελικά ο ίδιος ο στόχος της αντιπαράθεσης αφού οι πολιτικοί αρχηγοί δεν μπόρεσαν καμία στιγμή να αντιπαρατεθούν ουσιαστικά μεταξύ τους. Μπορεί ο Παπανδρέου ή ο Αλαβάνος να υπήρξαν επιθετικοί απέναντι στον Καραμανλή, ωστόσο αυτός δεν είχε ποτέ τη δυνατότητα να τους απαντήσει άμεσα, και όταν κάποιος από τους κομματικούς αρχηγούς εκμεταλλευόταν, όταν έφτανε η σειρά του, τον τηλεοπτικό χρόνο που του αντιστοιχούσε για να σχολιάσει μία άποψη που ακούστηκε εις βάρος του από κάποιον άλλο υποψήφιο, οι δημοσιογράφοι τον εγκαλούσαν στην τάξη.
Τι σημαίνει ντιμπέιτ χωρίς άμεση πολιτική αντιπαράθεση; Η προσπάθεια αυτή της ειρηνοποίησης πάση θυσία της τηλεοπτικής αναμέτρησης μπορεί να εξηγηθεί με βάση την ανάλυση του Νόρμπερτ Ελίας και του Ερικ Ντάνινγκ για τα μοντέρνα σπορ. Τα σπορ είναι, σύμωνα με αυτούς, ένα πεδίο αντιπαράθεσης μέσα στο οποίο κάποιοι μηχανισμοί επιτρέπουν το ξέσπασμα και την απελευθέρωση των επιθετικών μας ορμών – ορμές τις οποίες τον περισσότερο χρόνο οφείλουμε να ελέγχουμε, όπως υποχρεώνει η εξέλιξη του πολιτισμού μας (ο οποίος βρίσκει την ύψιστη έκφρασή του στο μονοπώλιο της φυσικής νόμιμης βίας από το κράτος). Όπως δείχνει ο Ελίας, ακόμα και αυτός ο χώρος του ξεσπάσματος υπόκειται σε μία πολιτισμική διαδικασία. Τα μοντέρνα αθλήματα, από τη γέννησή τους στα τέλη του 19ου αιώνα δε σταμάτησαν να εξελίσσονται και να γίνονται περισσότερο κωδικοποιημένα και με περισσότερους κανόνες, απαγορεύοντας ολοένα και πιο δραστικά τα χτυπήματα που κρίνονται «αντικανονικά», εκείνα δηλαδή, που προσβάλουν την αυστηρή ισότητα ανάμεσα στους διαγωνιζόμενους ή που ενθαρρύνουν, κυρίως στα αθλήματα μάχης όπου υπάρχει σωματική επαφή, μία πρωτόγονη και ανεξέλεγκτη άσκηση βίας.
Συνολικά, το ντιμπέιτ που παρακολουθήσαμε ήταν μία στιγμή πολιτισμού και το ίδιο: η βία ήταν παρούσα, εγγεγραμμένη μάλιστα στην ίδια την αρχή της δημόσιας αντιπαράθεσης, αλλά ήταν βία μόνο κατ’ευφημισμόν, ελεγχόμενη και κανονικοποιημένη στο έπακρο. Όπως στα μοντέρνα σπορ, μία σειρά τεχνικών μηχανισμών και κανόνων (χρονόμετρο, συγκεκριμένος χρόνος ομιλίας, παρουσία δημοσιογράφων – διαιτητών, απαγόρευση να βλέπουν ή να ακούν κάτι άλλο οι πολιτικοί τη στιγμή που βρίσκονται στον αέρα) βοηθούσαν τους «ανταγωνιζόμενους» να διατηρήσουν τη μάχη σε μία πολιτισμένη και οργανωμένη μορφή, αφήνοντας τους αντιπάλους τους να εκφράζονται χωρίς να τους διακόπτουν, επιχειρηματολογώντας συνήθως με μεγάλη γενικότητα και μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις επιτιθέμενοι κατά μέτωπο στους άλλους κομματικούς αρχηγούς.
Αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά τη δημοσιογραφική αφήγηση του ντιμπέιτ θα δούμε ότι νικητές ανακυρήχτηκαν τελικά εκείνοι που απελευθέρωσαν την επιθετική τους ορμή περισσότερο από αυτό που τους επέτρεπε το ασφικτικό πλαίσιο των κανόνων της αντιπαράθεσης ενώ χαμένοι εκείνοι που διατήρησαν χαμηλούς και απολογιτικούς τόνους και που δεν εκμεταλλεύτηκαν την αδύναμη στιγμή του αντιπάλου τους αποτυγχάνοντας να φτάσουν «σε βάθος».

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2007

Οι Τειρεσίες της πολιτικής

Η τραγική συγκυρία των πυρκαγιών δεν άφησε φέτος μεγάλο χώρο στην έτσι κι αλλιώς κουτσουρεμένη προεκλογική περίοδο. Χωρίς καλά καλά να καταλάβουμε την έναρξή της βρεθήκαμε ήδη να διανύουμε το τελευταίο της δεκαπενθήμερο, κατά τη διάρκεια του οποίου απαγορεύεται κάθε δημοσιοποίηση δημοσκοπήσεων για την πρόθεση ψήφου των εκλογέων. Ωστόσο, υπάρχουν πολλά πράγματα τα οποία μπορούμε να παρατηρήσουμε και οφείλουμε να λάβουμε σοβαρά υπόψη σε σχέση με τις δημοσκοπήσεις που μας παρουσιάστηκαν τις τελευταίες ημέρες, ανάμεσα στα τελευταία καλοκαιρινά μπάνια και τους τηλεμαραθώνιους για τις καταστροφικές πυρκαγιές.
Πρώτα πρώτα, οι περισσότερες δημοσκοπήσεις έγιναν για λογαριασμό τηλεοπτικών σταθμών (MRB - Alpha, VPRC - Σκάι, GPO - Mega) και λιγότερο για λογαριασμό εφημερίδων, με αποτέλεσμα να μεταδοθούν τηλεοπτικά και με τρόπο ιδιαιτέρως ελλειπή και πολύ συχνά ασαφή. Ήδη το γεγονός ότι πολλές φορές η ίδια δημοσκόπηση φιλοξενούσε ερωτήσεις, εκτός από την πρόθεση ψήφου των εκλογέων, και για τη γενικότερη στάση των κομμάτων και της κυβέρνησης απέναντι στις πυρκαγιές, μπέρδευε εξ’αρχής τα πράγματα. Στην προσπάθειά τους να σεβαστούν τον τηλεοπτικό χρόνο, όλα ανεξαιρέτως τα κανάλια που παρουσίαζαν τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεών τους, αναγκάζονταν να περιοριστούν στην αναγγελία των βασικών αποτελεσμάτων (ποσοστά των δύο μεγάλων κομμάτων) με αποτέλεσμα να παραλέιπουν συστηματικά να δώσουν σαφείς πληροφορίες για το δείγμα των ερωτηθέντων (φύλο, ηλικία, γεωγραφική περιοχή), τον τρόπο της συλλογής στοιχείων (τηλεφωνικά ή δια ζώσης, συνέντευξη ή ερωτηματολόγιο), και την κατηγοριοποίηση των δεδομένων (τη συνοπτική καταχώρηση των απαντήσεων σε ομάδες).
Είναι αλήθεια ότι η πρακτική των δημοσκοπήσεων που έχει πια καθιερωθεί και αναμένεται με αγωνία σε όλες τις προεκλογικές περιόδους θέτει περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει. Από τη διατύπωση των ερωτήσεων μέχρι την επεξεργασία και την παρουσίαση των απαντήσεων, η δουλειά των δημοσκόπων περιλαμβάνει πολλά κρίσιμα στάδια, τα οποία τις περισσότερες φορές αγνοούνται από τον τελικό τους αποδέκτη, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τους αποδίδει μεγαλύτερη αξία από αυτή που έχουν πραγματικά. Έτσι, πολύ συχνά, όταν ακούμε ή διαβάζουμε μια δημοσκόπηση ξεχνάμε ότι δεν πρόκεται για μία αλάθητη επιστημονική πρόβλεψη, παρά για μία διαδικασία κατά την οποία κάποιοι άνθρωποι καλούνται να απαντήσουν τηλεφωνικά, κατά τη βούλησή τους, και χωρίς καμία υποχρέωση αλήθειας ή κύρωση ψεύδους, σε μία σειρά από ερωτήματα, τα οποία πολλές φορές δεν έχουν θέσει καν οι ίδιοι στον εαυτό τους, και στα οποία όμως απαντούν παρ’όλα αυτά. Με άλλα λόγια, οι απαντήσεις που δίνει κάποιος σε μία άγνωστη φωνή στο τηλέφωνο μπορεί να είναι αληθείς όσο μπορεί να είναι και ψευδείς, κατασκευασμένες, παραπλανητικές και διεκπεραιωτικές. Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που θέλουμε να είμαστε καλοπροαίρετοι και να πιστέψουμε στις απαντήσεις των ερωτηθέντων, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η πρόθεση ψήφου που οι ίδιοι αναγγέλουν δεν αφορά την ώρα της κάλπης, παρά εκείνη ακριβώς τη στιγμή της ερώτησης.
Σε ένα άρθρο που τιτλοφορείται «Ο Τειρεσίας ή η γνώση μας πάνω στα μελλοντικά γεγονότα», ο κοινωνιολόγος Alfred Schütz (1899-1959) υπογράμμιζε ότι, για μας τους κοινούς θνητούς, σε αντίθεση με κάποια θεϊκή ή μυθική οντότητα όπως ο Τειρεσίας, η γλώσσα του ρίσκου και της τύχης είναι η μόνη που ταιριάζει στη δυνατότητά μας να «βλέπουμε» το μέλλον. Συγκεκριμένα σημειώνει: «Για την τρέχουσα καθημερινή σκέψη, όλες οι προβλέψεις γίνονται modo potentiali με όρους τύχης. Λέμε ότι «το τάδε πράγμα» είναι προφανές ή πιθανό να γίνει ή ότι μπορούμε να υποθέσουμε με το μυαλό μας ή να φανταστούμε ότι «το τάδε πράγμα» θα συμβεί. Μόνο λοιπόν με όρους τύχης μπορούν οι προβλέψεις να αναφέρονται στην τυπικότητα των μελλόντων συμβάντων». Το μεγάλο, τώρα, διανοητικό λάθος είναι ότι πολλές φορές ξεχνάμε αυτή την πραγματικότητα και επεξεργαζόμαστε «αυτό που έχει πιθανότητα να συμβεί» σαν κάτι που έχει ήδη συμβεί. Και όταν γίνεται αυτού του είδους η σύγχηση, μπορεί να ακυρωθεί η ίδια η δυνατότητα της πολιτικής, δηλαδή η ίδια η δυνατότητα μιας συλλογικής δράσης, ικανής να αλλάξει τον ρου των πραγμάτων.
Κοινώς, επειδή οι μέχρι τώρα δημοσκοπήσεις προβλέπουν νίκη της ΝΔ στις επερχόμενες εκλογές δε σημαίνει ότι η ΝΔ ήδη κέρδισε. Μία δημοσκόπηση «απειλεί» το εκλογικό αποτέλεσμα μόνο στο βαθμό που αφήνουμε τον εαυτό μας να πιστέψει ότι αυτό που μας περιγράφει θα συμβεί πραγματικά. Το λάθος κατά συνέπεια είναι δικό μας. Οφείλουμε να θυμόμαστε συνέχεια, ότι η αδυναμία των δημοσκοπήσεων να προβλέψουν το μέλλον είναι απόλυτη, όχι εξαιτίας της μεθόδου τους, ούτε εξαιτίας της απουσίας της εγκυρότητάς τους, παρά κυρίως εξαιτίας της ίδιας της φύσης του θεμελιώδους αυτού φαινομένου που αποκαλούμε «χρόνο» - φαινόμενο που συνεπάγεται εξ’ορισμού ότι το παρόν δεν μπορεί να είναι το μέλλον και το μέλλον δεν μπορεί να είναι το παρόν.
Το ενδιαφέρον των δημοσκοπήσεων δεν μπορεί να είναι το ότι μας επιτρέπουν να βλέπουμε το μέλλον όπως ο Τειρεσίας, δηλαδή σαν να είναι ήδη παρόν. Το ένα και μοναδικό τους ενδιαφέρον είναι το ότι μας βοηθούν να προβλέψουμε το μέλλον, σαν απλοί θνητοί που είμαστε, με όρους τύχης και ρίσκου. Αναγκαίο βέβαια είναι, να δράσουμε πολιτικά, και μάλιστα συλλογικά, έτσι ώστε αυτό που σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις είναι σήμερα πιθανό να συμβεί, να μη συμβεί πραγματικά την ημέρα των εκλογών.

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2007

Πεθαίνω σαν χώρα


"Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τά'φαγε. Ναι, την μισώ, την μισώ. Δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Όσο το σκέφτομαι, μου'ρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και να'μαι. Μια γυναίκα... δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπιά της, τους τάφους της... που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα... ζώντας απ'αυτά. Εγώ δεν θέλω να'μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δεν θέλω να είμ' αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θά 'θελα να ζήσω, θά 'θελα να μπορούσα να ζήσω, θά 'μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω... όμως αυτή η χώρα δεν μ'αφήνει να το θέλω, δεν μ'αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω την ζωή."

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2007

Εμπειρίες... (Είμαστε όλοι ιδιοκτήτες)

Ο απολογισμός του φετινού καλοκαιριού είναι βαθιά αποκαρδιωτικός. Τέλη Ιουλίου και ήδη μετράμε πάνω από 900.000 στρέμματα καμένης γης, εκατό καμένα σπίτια, δέκα νεκρούς, ενώ κάθε μέρα κάνουν την εμφάνισή τους και εκατό νέα πύρινα μέτωπα. Νούμερα εξαιρετικά ακόμα και για μία χώρα που έμαθε τόσα χρόνια να ζει με τις πυρκαγιές της, να ζει άπο τις πυρκαγιές της.
Όλον αυτό τον καιρό που το θέμα των πυρκαγιών έχει αγκυροβολήσει για τα καλά στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, γυρίζει συνέχεια στο μυαλό μου η φράση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, στη συνέντευξη που είχε δώσει τον περασμένο Φεβρουάριο στο Β. Χιώτη και είχε δημοσιευτεί στο Κυριακάτικο Βήμα. «Η άποψη άπαξ δάσος εσαεί δάσος είναι τελείως εσφαλμένη και από πλευράς πραγματικότητας και από πλευράς νομικής», έλεγε ο επίτιμος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας με αφορμή τη συζήτηση για την αναθεώρηση του άρθρου 24. «Το τι είναι δάσος θα το αποφασίσουμε εμείς. Δεν μπορούμε να κρεμαστούμε από τις αεροφωτογραφίες μιας οποιασδήποτε εποχής.» Και συνεχίζε: «Είναι παράλογο αυτό που ισχύει ότι ό,τι δεν είναι γεωργική γη είναι δασική έκταση, ακόμα και αν δεν είναι δάσος. Αυτό είναι το 49% της ελληνικής γης. Πολύ περισσότερο αφού ο χαρακτηρισμός δασική έκταση σημαίνει τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου, άρα στέρηση της ιδιοκτησίας. Η μισή ελληνική γη είναι εκτός συναλλαγής και δεν μπορεί να αξιοποιηθεί. Αυτό δεν αντέχεται, προπαντός σήμερα που ο κυριότερος πλούτος που μας απέμεινε είναι η ελληνική γη.»
Τόσον καιρό ήθελα να πιστεύω ότι αυτό που πραγματικά δεν αντέχεται είναι οι δηλώσεις τέτοιου τύπου και μάλιστα σε μία τόσο τραγική συγκυρία όπως η φετεινή. Δεν θυμάμαι όμως κανέναν να κατέκρινε ή να σχολίασε τη θέση αυτή όταν δημοσιεύτηκε ή έστω εκ των υστέρων. Αντίθετα, όσο περισσότερο εγκλιματίζομαι στην ελληνική καλοκαιρινή πραγματικότητα, τόσο τείνω να κατανοήσω γιατί μία τέτοια δήλωση δεν προκαλεί αντιδράσεις ενώ αντίθετα μπορεί να βρει υποστηρικτές. Η ιδιοκτησία και δη η ιδιοκατοίκηση είναι υπέρτατες ελληνικές αξίες ενώ η ανοικοδόμηση στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερη από ό,τι σε κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
Κάθομαι στο μπαλκόνι του εξοχικού μου σπιτιού στη Χαλκιδική και χαζεύω την απέναντι βουνοπλαγιά. Πέρσι τον Ιούλιο υπήρχε ένα πυκνό πευκοδάσος. Τον Αύγουστο μεταμορφώθηκε σε ένα φαλακρό βουνό με μαύρους κορμούς που κάπνιζαν στάχτη. Φέτος τον Ιούλιο έχει ήδη χτιστεί ένας ολόφρεσκος οικισμός από άσπρα σπίτια με καφέ πέτρα. Τα φώτα που ανάβουν στα μπαλκόνια το βράδυ μαρτυρούν ότι κάποια έχουν ήδη πουληθεί και κατοικούνται.
Πριν από λίγες μέρες βρέθηκα κατά λάθος σε μία θλιβερή παρέα τρέντυ παλίμπαιδων πενηντάρηδων αντρών και γυναικών που έκαναν τις διακοπές τους στη Χαλκιδική. Μαυρισμένοι και αέρινοι κάτω από τα λευκά πουκάμισά τους δυσανασχετούσαν με την πολυκοσμία που έπληξε φέτος τη Χαλκιδική. «Θα βουλιάξει το πόδι σε λίγο από τον κόσμο!» χαριτολογούσαν. «Με τι ασχολείστε;», ρώτησα με την άνεση που μου δίνει η κοινωνιολογική μου ιδιότητα. Είμαστε εργολάβοι, απάντησε η γυναίκα ενός ζευγαριού. Είμαστε πολλά χρόνια εδώ και έχουμε χτίσει πολλούς οικισμούς. Τώρα χτίζουμε έναν οικισμό πριν τo Παλιούρι, μετά τα καμμένα, και κάτι βίλες στη Μυκόνο. Αλλά έχουμε κολλήσει στην πολεοδομία. Ψάχνουμε κάποιον να μεσολαβήσει στον Αλογοσκούφη να δώσει στους εργαζόμενους τις αυξήσεις που ζητάνε ώστε να σταματήσει η απεργία. Αλήθεια εσύ έχεις κάποιον γνωστό;»
Ανήμπορη να αρθρώσω λόγο ξέσπασα σε δυνατά γέλια.