Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2007

Η πολιτική συνεχίζεται

Οι παρακολουθήσεις των τηλεφώνων πολιτών και του πρωθυπουργού, οι μαζικές προσλήψεις «γαλάζιων παιδιών», οι απαγωγές των Πακιστανών, το σκάνδαλο των «κουμπάρων», το φοιτητικό κίνημα και η χωρίς προηγούμενο καταστολή του, η μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού και το σκάνδαλο των ομολόγων, η πτώση του σινούκ με τον Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας, το ναυάγιο της Σαντορίνης, οι πυρκαγιές που κατέκαψαν τη χώρα και τους ανθρώπους της, το σκάναδαλο των πανελλαδικών με τη δημοσίευση λαθεμένων βάσεων, αλλά κυρίως η αλαζονεία της εξουσίας και η παντελής άρνηση ανάληψης ευθυνών, δεν άρκεσαν για να ξυπνήσουμε τη 17η του Σεπτέμβρη με νέα κυβέρνηση. Η Νέα Δημοκρατία, αν και εμφανώς εξασθενημένη, εξήλθε, έστω κι οριακά, αυτοδύναμη από την εκλογική αναμέτρηση.
Οι μεγάλοι νικητές είναι αναμφισβήτητα τα «μικρά κόμματα», και κυρίως οι δυνάμεις της Αριστεράς που, μακριά από την εξουσία και τα δεινά της, αποτέλεσαν τον αμόλυντο εκείνο δίαυλο όπου μπόρεσε να διοχετευτεί η συνεχώς αυξανόμενη δυσαρέσκεια του εκλογικού σώματος, όχι μόνο απέναντι στην πρόσφατη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αλλά και στην «εναλλακτική» πρόταση του ΠΑΣΟΚ. Η Νέα Βουλή, πεντακομματική, πολυμορφική, πολυσυλλεκτική και πολυφωνική, εμφανίζεται ταυτόχρονα και πιο πολιτικοποιημένη: Πλήθος celebrities έμειναν εκτός, ενώ εξελέγησαν για πρώτη φορά στρατευμένοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες όπως ο Περικλής Κοροβέσης, ο Γρηγόρης Ψαριανός και η Εύα Μελά, οι οποίοι θα έχουν την ευκαιρία να αντιπα- ρατεθούν ιδεολογικά με τους βουλευτές της ακροδεξιάς που διέβηκαν με τη σειρά τους για πρώτη φορά το κοινοβουλευτικό κατώφλι. Μεγάλος χαμένος των εκλογών το ΠΑΣΟΚ, που άγγιξε το ιστορικό χαμηλό του από τη δεκαετία του ’80, αλλά ταυτόχρονα και μεγάλος κερδισμένος της τηλεοπτικής προβολής, μιας και το εκλογικό αποτέλεσμα έφερε μαζί του σενάρια διαδοχής, τα οποία με τη σειρά τους έφεραν την τηλεθέαση.
Και ενώ συνήθως το πέρας των εκλογών σηματοδοτεί το τέλος μίας έντονα πολιτικής περιόδου, οι φετεινές εκλογές πέτυχαν ακριβώς το αντίθετο. Η πολιτική αντιπαράθεση συνεχίζεται τώρα πιο έντονη από ποτέ, είτε ως δέσμευση μιας Αριστεράς που γνωρίζει καλά ότι πρέπει να προσπαθήσει πολύ για να βγάλει ασπροπρόσωπη τη μεγαλύτερη μερίδα των ψηφοφόρων της που συγκυριακά της έδωσε μία ευκαιρία, είτε ως εσωκομματικός αναστοχασμός ενός ΠΑΣΟΚ που ξέρει πως όταν κάποιος πέφτει τόσο χαμηλά το μόνο που του μένει πια να κάνει είναι να βάλει δύναμη και να σηκωθεί πάνω. Το τι θα γίνει στη συνέχεια θα το δούμε προσεχώς. Όπως έγραφε εξάλλου και ο φιλόσοφος Claude Lefort, όσο η δημοκρατική περιπέτεια συνεχίζεται και οι όροι της πολιτικής αντιπαράθεσης μετατίθενται, δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε σίγουροι γι’αυτό που θα επακολουθήσει. Μπορούμε ωστόσο να καυχηθούμε ότι ζούμε σε μία κοινωνία δημοκρατική, μία κοινωνία με Ιστορία, που, σε αντίθεση με την ανιστορική κοινωνία των ολοκληρωτικών καθεστώτων, που προωθούν πάση θυσία την ομοιογένεια και την ομοιομορφία, η δική μας κοινωνία εγκολπώνει και διαφυλάσσει, όχι μόνο τη διαφορετικότητα αλλά και την αναποφασιστικότητα των πολιτών της. Όπως κατέδειξαν οι προχθεσινές εκλογές, χάρη στους αναποφάσιστούς μας η πολιτική όχι μόνο συνεχίζεται αλλά και αναβαθμίζεται.

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2007

Μια αφήγηση για το ντιμπέιτ ή ο θρίαμβος του πολιτισμού

Χωρίς να διαφέρει ουσιαστικά από τις τηλεοπτικές αναμετρήσεις των προηγούμενων εκλογικών περιόδων, το ντιμπέιτ της Πέμπτης αποδείχτηκε μία εμπειρία άκρως διασκεδαστική. Οι κομματικοί αρχηγοί επιστράτευσαν και εξάντλησαν τα αποθέματα σοβαροφάνειας που νομίζουν πως απαιτεί ο αρχηγικός τους ρόλος, οι δημοσιογράφοι επιδόθηκαν με μανία στο προσφιλές τους άθλημα να παράγουν αξιολογικές κρίσεις και οι τηλεθεατές απόλαυσαν μία χωρίς πολλές εκπλήξεις και ειδικά εφέ αλλά καλοστημένη και χορταστική παράσταση. Ποιός κέρδισε; Ποιός έχασε; Και τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε τώρα με την απόσταση ασφαλείας που μας δίνουν οι μέρες που μεσολάβησαν;
Τη μερίδα του λέοντος σε αυτή την ιστορία κατέχουν αναμφισβήτητα τα μίντια και οι δημοσιογράφοι, που κλήθηκαν να παίξουν τον κρίσιμο ρόλο, όχι μόνο της οργάνωσης αλλά και της αξιολόγησης του ντιμπέιτ, εμφυσώντας του ουσιαστικά, με τις δημοσιογραφικές τους ετυμηγορίες, το χαμένο του νόημα. Ήδη με τη λήξη της εκπομπής είχαν στηθεί πολυπληθή πάνελ σε όλα τα κανάλια, αποτελούμενα από πολιτικούς, ειδικούς αναλυτές και κυρίως δημοσιογράφους, που προσπαθούσαν να εξηγήσουν τα σημεία και τα κρυμμένα νοήματα στα λεγόμενα και τις κινήσεις των αρχηγών. Άμεσες αντιδράσεις τηλεθεατών δεν υπήρχαν, όπως συνέβη, παραδείγματος χάρη, στο πρόσφατο ντιμπέιτ Σαρκοζύ-Ρουαγιάλ, όπου ο καθένας μπορούσε να δημοσιεύει το σχόλιο του και να ψηφίζει στο Ίντερνετ για τον υποψήφιο με τις καλύτερες εντυπώσεις, ενώ η τηλεοπτική αντιπαράθεση ήταν ακόμα στον αέρα. Ως εκ τούτου, τα πρώτα σχόλια για τους κερδισμένους και τους χαμένους του ελληνικού ντιμπέιτ έγιναν από τα μίντια. Οι τηλεθεατές, ακόμα κι αν είχαν διαμορφώσει ιδία άποψη για τους κομματικούς αρχηγούς, ήταν αναγκασμένοι να τη φιλτράρουν μέσα από τη «δημοσιογραφική γραμμή».
Η απουσία άμεσων αντιδράσεων από τους ίδιους τους εκλογείς, είχε εξ΄άλλου ως αποτέλεσμα και την παραγωγή μίας ομογενοποιημένης εν πολλοίς δημοσιογραφικής ετυμηγορίας. Τα συμπεράσματα που βγήκαν τηλεοπτικά και διαχύθηκαν εν συνεχεία σε όλα τα οπτικοακουστικά μέσα ήταν συνοπτικά τα εξής: Ο Καραμανλής ήταν «μουδιασμένος» και «έχασε έδαφος», ο Παπανδρέου ήταν «επιθετικός» και «κέρδισε έδαφος», ο Αλαβάνος ήταν «άνετος, σίγουρος» και «κέρδισε τις εντυπώσεις» και ο Καρατζαφέρης «δημαγώγησε» αρκούντως ωστέ να μπει στη Βουλή. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κανένας δημοσιογράφος in vitro ή in papyrο δε βρέθηκε να αμφισβητήσει τα εν λόγω συμπεράσματα, αποκλίνοντας δραματικά από αυτή τη «γραμμή», λέγοντας, για παράδειγμα, ότι ο Καραμανλής ήταν ο καλύτερος και ότι κερδίζει άνετα τις εκλογές ή ότι ο Παπανδρέου ήταν ο μεγάλος χαμένος του ντιμπέιτ. Έτσι, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της επομένης, ανάλογα με τον πολιτικό τους προσανατολισμό τόνιζαν [«Ναυάγιο Καραμανλή σε ντιμπέιτ μονολόγων» (ΤΑ ΝΕΑ), «Εικονομαχία με άσφαιρο Καραμανλή» (Ελευθεροτυπία)] ή συγκάλυπταν [«Αυτοδυναμία ή νέες εκλογές» (Καθημερινή), «Καθαρή εντολή ζήτησε ο Καραμανλής» (Ελεύθερος Τύπος)] τη δυσμενή θέση του πρωθυπουργού που μέχρι πριν από λίγες βδομάδες φαινόταν ότι θα κέρδιζε άνετα τις εκλογές.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε την αξία της δημοσιογραφικής αξιολογικής αφήγησης του ντιμπέιτ. Όπως πολύ ωραία έδειξε ο Paul Ricoeur (ένας από τους ελάχιστους φιλοσόφους που ενδιαφέρθηκε πραγματικά για τους εξαναγκασμούς που συναντά ο επαγγελματίας ιστορικός), «κάθε γεγονός που έχει πετύχει να φτάσει σε μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αφήγησή του, δηλαδή, με την ερμηνεία που του δίνεται εν τη γεννέση του και με το σύνολο της ερμηνευτικής δουλειάς που μεσολαβεί μέχρι να φτάσει στ’αυτιά μας ως Γεγονός». Αυτή η θέση δεν πρέπει να θεωρηθεί στρουκτουραλιστική: Ο Ricoeur δε θεωρεί ότι το γεγονός είναι εξ’ολοκλήρου κατασκευασμένο από τα σχόλια και τις αφηγήσεις που παράγονται γύρω του, αφού συνέβη πραγματικά και μάλιστα πολύ πριν ξεκινήσουμε να το αφηγούμαστε. Η αξία της θέσης του Ricoeur έγκειται στο ότι μας υποδεικνύει την ανάγκη να σκεφτούμε ότι το ντιμπέιτ της Πέμπτης, παραδείγματος χάρη, δε μας έδωσε από μόνο του το νόημά του, παρά ότι το νόημά του παράχθηκε εκ των υστέρων, χάρη κυρίως σε μία σειρά πολλαπλών μιντιακών αφηγήσεων και δημοσιογραφικών αξιολογικών κρίσεων.
Ωστόσο, κατά πόσο θα ήταν δυνατή η ανακήρυξη των «νικητών και των χαμένων» μιας τόσο άρτια δομημένης τηλεοπτικής «αναμέτρησης» χωρίς τη βοήθεια των δημοσιογράφων σε ρόλο κριτών; Είναι αλήθεια ότι το ντιμπέιτ έβριθε από κανόνες και ρυθμίσεις και όριζε το χρόνο και τον τρόπο ομιλίας των συμμετεχόντων σε τέτοιο βαθμό που ακυρωνόταν τελικά ο ίδιος ο στόχος της αντιπαράθεσης αφού οι πολιτικοί αρχηγοί δεν μπόρεσαν καμία στιγμή να αντιπαρατεθούν ουσιαστικά μεταξύ τους. Μπορεί ο Παπανδρέου ή ο Αλαβάνος να υπήρξαν επιθετικοί απέναντι στον Καραμανλή, ωστόσο αυτός δεν είχε ποτέ τη δυνατότητα να τους απαντήσει άμεσα, και όταν κάποιος από τους κομματικούς αρχηγούς εκμεταλλευόταν, όταν έφτανε η σειρά του, τον τηλεοπτικό χρόνο που του αντιστοιχούσε για να σχολιάσει μία άποψη που ακούστηκε εις βάρος του από κάποιον άλλο υποψήφιο, οι δημοσιογράφοι τον εγκαλούσαν στην τάξη.
Τι σημαίνει ντιμπέιτ χωρίς άμεση πολιτική αντιπαράθεση; Η προσπάθεια αυτή της ειρηνοποίησης πάση θυσία της τηλεοπτικής αναμέτρησης μπορεί να εξηγηθεί με βάση την ανάλυση του Νόρμπερτ Ελίας και του Ερικ Ντάνινγκ για τα μοντέρνα σπορ. Τα σπορ είναι, σύμωνα με αυτούς, ένα πεδίο αντιπαράθεσης μέσα στο οποίο κάποιοι μηχανισμοί επιτρέπουν το ξέσπασμα και την απελευθέρωση των επιθετικών μας ορμών – ορμές τις οποίες τον περισσότερο χρόνο οφείλουμε να ελέγχουμε, όπως υποχρεώνει η εξέλιξη του πολιτισμού μας (ο οποίος βρίσκει την ύψιστη έκφρασή του στο μονοπώλιο της φυσικής νόμιμης βίας από το κράτος). Όπως δείχνει ο Ελίας, ακόμα και αυτός ο χώρος του ξεσπάσματος υπόκειται σε μία πολιτισμική διαδικασία. Τα μοντέρνα αθλήματα, από τη γέννησή τους στα τέλη του 19ου αιώνα δε σταμάτησαν να εξελίσσονται και να γίνονται περισσότερο κωδικοποιημένα και με περισσότερους κανόνες, απαγορεύοντας ολοένα και πιο δραστικά τα χτυπήματα που κρίνονται «αντικανονικά», εκείνα δηλαδή, που προσβάλουν την αυστηρή ισότητα ανάμεσα στους διαγωνιζόμενους ή που ενθαρρύνουν, κυρίως στα αθλήματα μάχης όπου υπάρχει σωματική επαφή, μία πρωτόγονη και ανεξέλεγκτη άσκηση βίας.
Συνολικά, το ντιμπέιτ που παρακολουθήσαμε ήταν μία στιγμή πολιτισμού και το ίδιο: η βία ήταν παρούσα, εγγεγραμμένη μάλιστα στην ίδια την αρχή της δημόσιας αντιπαράθεσης, αλλά ήταν βία μόνο κατ’ευφημισμόν, ελεγχόμενη και κανονικοποιημένη στο έπακρο. Όπως στα μοντέρνα σπορ, μία σειρά τεχνικών μηχανισμών και κανόνων (χρονόμετρο, συγκεκριμένος χρόνος ομιλίας, παρουσία δημοσιογράφων – διαιτητών, απαγόρευση να βλέπουν ή να ακούν κάτι άλλο οι πολιτικοί τη στιγμή που βρίσκονται στον αέρα) βοηθούσαν τους «ανταγωνιζόμενους» να διατηρήσουν τη μάχη σε μία πολιτισμένη και οργανωμένη μορφή, αφήνοντας τους αντιπάλους τους να εκφράζονται χωρίς να τους διακόπτουν, επιχειρηματολογώντας συνήθως με μεγάλη γενικότητα και μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις επιτιθέμενοι κατά μέτωπο στους άλλους κομματικούς αρχηγούς.
Αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά τη δημοσιογραφική αφήγηση του ντιμπέιτ θα δούμε ότι νικητές ανακυρήχτηκαν τελικά εκείνοι που απελευθέρωσαν την επιθετική τους ορμή περισσότερο από αυτό που τους επέτρεπε το ασφικτικό πλαίσιο των κανόνων της αντιπαράθεσης ενώ χαμένοι εκείνοι που διατήρησαν χαμηλούς και απολογιτικούς τόνους και που δεν εκμεταλλεύτηκαν την αδύναμη στιγμή του αντιπάλου τους αποτυγχάνοντας να φτάσουν «σε βάθος».

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2007

Οι Τειρεσίες της πολιτικής

Η τραγική συγκυρία των πυρκαγιών δεν άφησε φέτος μεγάλο χώρο στην έτσι κι αλλιώς κουτσουρεμένη προεκλογική περίοδο. Χωρίς καλά καλά να καταλάβουμε την έναρξή της βρεθήκαμε ήδη να διανύουμε το τελευταίο της δεκαπενθήμερο, κατά τη διάρκεια του οποίου απαγορεύεται κάθε δημοσιοποίηση δημοσκοπήσεων για την πρόθεση ψήφου των εκλογέων. Ωστόσο, υπάρχουν πολλά πράγματα τα οποία μπορούμε να παρατηρήσουμε και οφείλουμε να λάβουμε σοβαρά υπόψη σε σχέση με τις δημοσκοπήσεις που μας παρουσιάστηκαν τις τελευταίες ημέρες, ανάμεσα στα τελευταία καλοκαιρινά μπάνια και τους τηλεμαραθώνιους για τις καταστροφικές πυρκαγιές.
Πρώτα πρώτα, οι περισσότερες δημοσκοπήσεις έγιναν για λογαριασμό τηλεοπτικών σταθμών (MRB - Alpha, VPRC - Σκάι, GPO - Mega) και λιγότερο για λογαριασμό εφημερίδων, με αποτέλεσμα να μεταδοθούν τηλεοπτικά και με τρόπο ιδιαιτέρως ελλειπή και πολύ συχνά ασαφή. Ήδη το γεγονός ότι πολλές φορές η ίδια δημοσκόπηση φιλοξενούσε ερωτήσεις, εκτός από την πρόθεση ψήφου των εκλογέων, και για τη γενικότερη στάση των κομμάτων και της κυβέρνησης απέναντι στις πυρκαγιές, μπέρδευε εξ’αρχής τα πράγματα. Στην προσπάθειά τους να σεβαστούν τον τηλεοπτικό χρόνο, όλα ανεξαιρέτως τα κανάλια που παρουσίαζαν τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεών τους, αναγκάζονταν να περιοριστούν στην αναγγελία των βασικών αποτελεσμάτων (ποσοστά των δύο μεγάλων κομμάτων) με αποτέλεσμα να παραλέιπουν συστηματικά να δώσουν σαφείς πληροφορίες για το δείγμα των ερωτηθέντων (φύλο, ηλικία, γεωγραφική περιοχή), τον τρόπο της συλλογής στοιχείων (τηλεφωνικά ή δια ζώσης, συνέντευξη ή ερωτηματολόγιο), και την κατηγοριοποίηση των δεδομένων (τη συνοπτική καταχώρηση των απαντήσεων σε ομάδες).
Είναι αλήθεια ότι η πρακτική των δημοσκοπήσεων που έχει πια καθιερωθεί και αναμένεται με αγωνία σε όλες τις προεκλογικές περιόδους θέτει περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει. Από τη διατύπωση των ερωτήσεων μέχρι την επεξεργασία και την παρουσίαση των απαντήσεων, η δουλειά των δημοσκόπων περιλαμβάνει πολλά κρίσιμα στάδια, τα οποία τις περισσότερες φορές αγνοούνται από τον τελικό τους αποδέκτη, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τους αποδίδει μεγαλύτερη αξία από αυτή που έχουν πραγματικά. Έτσι, πολύ συχνά, όταν ακούμε ή διαβάζουμε μια δημοσκόπηση ξεχνάμε ότι δεν πρόκεται για μία αλάθητη επιστημονική πρόβλεψη, παρά για μία διαδικασία κατά την οποία κάποιοι άνθρωποι καλούνται να απαντήσουν τηλεφωνικά, κατά τη βούλησή τους, και χωρίς καμία υποχρέωση αλήθειας ή κύρωση ψεύδους, σε μία σειρά από ερωτήματα, τα οποία πολλές φορές δεν έχουν θέσει καν οι ίδιοι στον εαυτό τους, και στα οποία όμως απαντούν παρ’όλα αυτά. Με άλλα λόγια, οι απαντήσεις που δίνει κάποιος σε μία άγνωστη φωνή στο τηλέφωνο μπορεί να είναι αληθείς όσο μπορεί να είναι και ψευδείς, κατασκευασμένες, παραπλανητικές και διεκπεραιωτικές. Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που θέλουμε να είμαστε καλοπροαίρετοι και να πιστέψουμε στις απαντήσεις των ερωτηθέντων, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η πρόθεση ψήφου που οι ίδιοι αναγγέλουν δεν αφορά την ώρα της κάλπης, παρά εκείνη ακριβώς τη στιγμή της ερώτησης.
Σε ένα άρθρο που τιτλοφορείται «Ο Τειρεσίας ή η γνώση μας πάνω στα μελλοντικά γεγονότα», ο κοινωνιολόγος Alfred Schütz (1899-1959) υπογράμμιζε ότι, για μας τους κοινούς θνητούς, σε αντίθεση με κάποια θεϊκή ή μυθική οντότητα όπως ο Τειρεσίας, η γλώσσα του ρίσκου και της τύχης είναι η μόνη που ταιριάζει στη δυνατότητά μας να «βλέπουμε» το μέλλον. Συγκεκριμένα σημειώνει: «Για την τρέχουσα καθημερινή σκέψη, όλες οι προβλέψεις γίνονται modo potentiali με όρους τύχης. Λέμε ότι «το τάδε πράγμα» είναι προφανές ή πιθανό να γίνει ή ότι μπορούμε να υποθέσουμε με το μυαλό μας ή να φανταστούμε ότι «το τάδε πράγμα» θα συμβεί. Μόνο λοιπόν με όρους τύχης μπορούν οι προβλέψεις να αναφέρονται στην τυπικότητα των μελλόντων συμβάντων». Το μεγάλο, τώρα, διανοητικό λάθος είναι ότι πολλές φορές ξεχνάμε αυτή την πραγματικότητα και επεξεργαζόμαστε «αυτό που έχει πιθανότητα να συμβεί» σαν κάτι που έχει ήδη συμβεί. Και όταν γίνεται αυτού του είδους η σύγχηση, μπορεί να ακυρωθεί η ίδια η δυνατότητα της πολιτικής, δηλαδή η ίδια η δυνατότητα μιας συλλογικής δράσης, ικανής να αλλάξει τον ρου των πραγμάτων.
Κοινώς, επειδή οι μέχρι τώρα δημοσκοπήσεις προβλέπουν νίκη της ΝΔ στις επερχόμενες εκλογές δε σημαίνει ότι η ΝΔ ήδη κέρδισε. Μία δημοσκόπηση «απειλεί» το εκλογικό αποτέλεσμα μόνο στο βαθμό που αφήνουμε τον εαυτό μας να πιστέψει ότι αυτό που μας περιγράφει θα συμβεί πραγματικά. Το λάθος κατά συνέπεια είναι δικό μας. Οφείλουμε να θυμόμαστε συνέχεια, ότι η αδυναμία των δημοσκοπήσεων να προβλέψουν το μέλλον είναι απόλυτη, όχι εξαιτίας της μεθόδου τους, ούτε εξαιτίας της απουσίας της εγκυρότητάς τους, παρά κυρίως εξαιτίας της ίδιας της φύσης του θεμελιώδους αυτού φαινομένου που αποκαλούμε «χρόνο» - φαινόμενο που συνεπάγεται εξ’ορισμού ότι το παρόν δεν μπορεί να είναι το μέλλον και το μέλλον δεν μπορεί να είναι το παρόν.
Το ενδιαφέρον των δημοσκοπήσεων δεν μπορεί να είναι το ότι μας επιτρέπουν να βλέπουμε το μέλλον όπως ο Τειρεσίας, δηλαδή σαν να είναι ήδη παρόν. Το ένα και μοναδικό τους ενδιαφέρον είναι το ότι μας βοηθούν να προβλέψουμε το μέλλον, σαν απλοί θνητοί που είμαστε, με όρους τύχης και ρίσκου. Αναγκαίο βέβαια είναι, να δράσουμε πολιτικά, και μάλιστα συλλογικά, έτσι ώστε αυτό που σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις είναι σήμερα πιθανό να συμβεί, να μη συμβεί πραγματικά την ημέρα των εκλογών.

Τρίτη 28 Αυγούστου 2007

Πεθαίνω σαν χώρα


"Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τά'φαγε. Ναι, την μισώ, την μισώ. Δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Όσο το σκέφτομαι, μου'ρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και να'μαι. Μια γυναίκα... δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπιά της, τους τάφους της... που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα... ζώντας απ'αυτά. Εγώ δεν θέλω να'μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δεν θέλω να είμ' αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θά 'θελα να ζήσω, θά 'θελα να μπορούσα να ζήσω, θά 'μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω... όμως αυτή η χώρα δεν μ'αφήνει να το θέλω, δεν μ'αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω την ζωή."

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2007

Εμπειρίες... (Είμαστε όλοι ιδιοκτήτες)

Ο απολογισμός του φετινού καλοκαιριού είναι βαθιά αποκαρδιωτικός. Τέλη Ιουλίου και ήδη μετράμε πάνω από 900.000 στρέμματα καμένης γης, εκατό καμένα σπίτια, δέκα νεκρούς, ενώ κάθε μέρα κάνουν την εμφάνισή τους και εκατό νέα πύρινα μέτωπα. Νούμερα εξαιρετικά ακόμα και για μία χώρα που έμαθε τόσα χρόνια να ζει με τις πυρκαγιές της, να ζει άπο τις πυρκαγιές της.
Όλον αυτό τον καιρό που το θέμα των πυρκαγιών έχει αγκυροβολήσει για τα καλά στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, γυρίζει συνέχεια στο μυαλό μου η φράση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, στη συνέντευξη που είχε δώσει τον περασμένο Φεβρουάριο στο Β. Χιώτη και είχε δημοσιευτεί στο Κυριακάτικο Βήμα. «Η άποψη άπαξ δάσος εσαεί δάσος είναι τελείως εσφαλμένη και από πλευράς πραγματικότητας και από πλευράς νομικής», έλεγε ο επίτιμος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας με αφορμή τη συζήτηση για την αναθεώρηση του άρθρου 24. «Το τι είναι δάσος θα το αποφασίσουμε εμείς. Δεν μπορούμε να κρεμαστούμε από τις αεροφωτογραφίες μιας οποιασδήποτε εποχής.» Και συνεχίζε: «Είναι παράλογο αυτό που ισχύει ότι ό,τι δεν είναι γεωργική γη είναι δασική έκταση, ακόμα και αν δεν είναι δάσος. Αυτό είναι το 49% της ελληνικής γης. Πολύ περισσότερο αφού ο χαρακτηρισμός δασική έκταση σημαίνει τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου, άρα στέρηση της ιδιοκτησίας. Η μισή ελληνική γη είναι εκτός συναλλαγής και δεν μπορεί να αξιοποιηθεί. Αυτό δεν αντέχεται, προπαντός σήμερα που ο κυριότερος πλούτος που μας απέμεινε είναι η ελληνική γη.»
Τόσον καιρό ήθελα να πιστεύω ότι αυτό που πραγματικά δεν αντέχεται είναι οι δηλώσεις τέτοιου τύπου και μάλιστα σε μία τόσο τραγική συγκυρία όπως η φετεινή. Δεν θυμάμαι όμως κανέναν να κατέκρινε ή να σχολίασε τη θέση αυτή όταν δημοσιεύτηκε ή έστω εκ των υστέρων. Αντίθετα, όσο περισσότερο εγκλιματίζομαι στην ελληνική καλοκαιρινή πραγματικότητα, τόσο τείνω να κατανοήσω γιατί μία τέτοια δήλωση δεν προκαλεί αντιδράσεις ενώ αντίθετα μπορεί να βρει υποστηρικτές. Η ιδιοκτησία και δη η ιδιοκατοίκηση είναι υπέρτατες ελληνικές αξίες ενώ η ανοικοδόμηση στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερη από ό,τι σε κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
Κάθομαι στο μπαλκόνι του εξοχικού μου σπιτιού στη Χαλκιδική και χαζεύω την απέναντι βουνοπλαγιά. Πέρσι τον Ιούλιο υπήρχε ένα πυκνό πευκοδάσος. Τον Αύγουστο μεταμορφώθηκε σε ένα φαλακρό βουνό με μαύρους κορμούς που κάπνιζαν στάχτη. Φέτος τον Ιούλιο έχει ήδη χτιστεί ένας ολόφρεσκος οικισμός από άσπρα σπίτια με καφέ πέτρα. Τα φώτα που ανάβουν στα μπαλκόνια το βράδυ μαρτυρούν ότι κάποια έχουν ήδη πουληθεί και κατοικούνται.
Πριν από λίγες μέρες βρέθηκα κατά λάθος σε μία θλιβερή παρέα τρέντυ παλίμπαιδων πενηντάρηδων αντρών και γυναικών που έκαναν τις διακοπές τους στη Χαλκιδική. Μαυρισμένοι και αέρινοι κάτω από τα λευκά πουκάμισά τους δυσανασχετούσαν με την πολυκοσμία που έπληξε φέτος τη Χαλκιδική. «Θα βουλιάξει το πόδι σε λίγο από τον κόσμο!» χαριτολογούσαν. «Με τι ασχολείστε;», ρώτησα με την άνεση που μου δίνει η κοινωνιολογική μου ιδιότητα. Είμαστε εργολάβοι, απάντησε η γυναίκα ενός ζευγαριού. Είμαστε πολλά χρόνια εδώ και έχουμε χτίσει πολλούς οικισμούς. Τώρα χτίζουμε έναν οικισμό πριν τo Παλιούρι, μετά τα καμμένα, και κάτι βίλες στη Μυκόνο. Αλλά έχουμε κολλήσει στην πολεοδομία. Ψάχνουμε κάποιον να μεσολαβήσει στον Αλογοσκούφη να δώσει στους εργαζόμενους τις αυξήσεις που ζητάνε ώστε να σταματήσει η απεργία. Αλήθεια εσύ έχεις κάποιον γνωστό;»
Ανήμπορη να αρθρώσω λόγο ξέσπασα σε δυνατά γέλια.

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2007

X.T.

Πριν από λίγες μέρες που ετοιμαζόμουν να έρθω στην Ελλάδα πίστευα ότι η επιτόπια επαφή μου με την ελληνική πραγματικότητα θα κάλυπτε το κενό που λόγω φόρτου εργασίας απέκτησα σε σχέση με τα γεγονότα της ελληνικής επικαιρότητας τον τελευταίο μήνα. Ανυπομονούσα να πιάσω στα χέρια μου μια τυπωμένη εφημερίδα και να τη διαβάσω από την αρχή μέχρι το τέλος, μένοντας λίγο παραπάνω στα άρθρα εκείνα που συνήθως αποκλείονται από την ηλεκτρονική της έκδοση. Ήθελα ακόμα, να διαβάσω αναδρομικά τις εφημερίδες των τελευταίων ημερών, να δω τηλεόραση, να ακούσω ραδιόφωνο και να ξεφυλλίσω περιοδικά. Πίστευα ότι μέσω αυτού του μιντιακού brainstroming θα έβρισκα την έμπνευση να γράψω όσα ποστ δεν κατάφερα να συντάξω ένα μήνα τώρα.
Εις μάτην... Από την εφημερίδα που με κόπο προσάρτησα κατά τη διάρκεια της πτήσης μου, μέχρι τις εφημερίδες που με κόπο διάβασα σήμερα στο beach bar, έμπνευση δε βρήκα. Η πυρκαγιά στην Πάρνηθα αφάνισε στο διάβα της το μεγαλύτερο μέρος των εγχώριων και εισαγώμενων ειδήσεων - της τρομοκρατικής επίθεσης στο Λονδίνο συμπεριλαμβανομένης, που σχολιάστηκε εκτεταμένα από τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό τύπο.
Αναγκάζομαι, λοιπόν, να σχολιάσω εδώ τη μόνη ειδήση που βρήκα και τη μόνη είδηση που δεν ήθελα. Η φωτιά στην Πάρνηθα φιγουράρει εδώ και δέκα μέρες ως πρώτη - και πολλές φορές ως μόνη - είδηση της ελληνικής επικαιρότητας σε όλα τα μέσα επικοινωνίας σημειώνοντας νέο εθνικό ρεκόρ μεταλόγου πυρκαγιάς και αγγίζοντας ταυτόχρονα πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα ύψη οικολογικής κινδυνολογίας και ηθικολογίας (ίσως ο εκφοβισμός να είναι τελικά ο μόνος τρόπος να αποκτήσουμε ατομικά και συλλογικά οικολογική συνείδηση).
Βέβαια, παρ'όλο που η οπτική γωνία προσέγγισης του γεγονότος από τα ΜΜΕ μου φαίνεται αρκετά διευρυμένη σε σχέση με αντίστοιχες παρελθόντων πυρκαγιών, δεν καταφέρνει να ξεφύγει από το γνωστό ιστοριογραφικό δίπολο αιτίες - συνέπειες. Μπορεί να δίνεται για πρώτη φορά τόσο μαζικά ο λόγος σε αυθεντίες (σε δασολόγους, περιβαλλοντολόγους και επαγγελματίες οικολόγους) αλλά οι προτάσεις που γίνονται είναι συγκυριακές και βραχυπρόθεσμες: μας ενδιαφέρει ποιες είναι οι συνέπειες της συγκεκριμένης πυρκαγιάς και όχι των πυρκαγιών συνολικά, καθώς επίσης και και το τι πρέπει να γίνει στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα. Αντίστοιχα, μας ενδιαφέρει να εντοπιστούν οι αιτίες της συγκεκριμένης πυρκαγιάς (υλικές, πολιτικές, ηθικές) και να αποδοθεί και κάποια συγκεκριμένη πολιτική ευθύνη. Η προσκόλληση όμως αυτή στο συγκεκριμένο - απαραίτητη κατά τα άλλα για την αναγνώριση και την αποκατάσταση της ζημιάς - δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι η πυρκαγιά της Πάρνηθας είναι ένα εξαιρετικό γεγονός, όπως αντίστοιχα εξαιρετικά γεγονότα μπορούν να θεωρηθούν και οι πυρκαγιές στο Βόλο, τη Χαλκιδική κτλ. Ως εκ τούτου, κάθε πυρκαγιά αναγνωρίζεται και εξετάζεται ως μεμονωμένο περιστατικό και σπάνια εμφανίζεται εγγεγραμμένη σε ένα θερινό ελληνικό χωροχρονικό συνεχές πυρκαγιών που θα έπρεπε να μας απασχολήσει ως τέτοιο.
Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει η κινητοποίηση του κόσμου που ξεκινάει κάθε φορά την επαύριο της πυρκαγιάς. Μόνο που αυτή τη φορά η κινητοποίηση εμφανίζεται κάπως εμπλουτισμένη. Ένα μήνα μετά τη διαδικτυακή διαμαρτυρία στη μνήμη της Αμαλίας, οι Έλληνες μπλόγκερ σπέυδουν να συνδράμουν στην αποκατάσταση των ζημιών από την πυρκαγιά, ως ομάδα αυτόνομη και ανεξάρτητη, που δεν προσδιορίζεται από την οικολογική της ευαισθησία ή την πολιτικοποίηση της, παρά μόνο από την κοινή ιδιότητα των μελών της να διατηρούν ιστολόγιο. Η ιδιότυπη αυτή σύσταση μιας κοινότητας μπλόγκερ που προβαίνει σε πολιτική δράση είναι κάτι πρωτοφανές. Το πιο ενδιαφέρον δε στην κινητοποίησή τους είναι το γεγονός ότι δεν χρειάζεται να δηλώσουν την οικολογική τους συνείδηση για να δικαιολογήσουν το ενδιαφέρον τους για το μέλλον του δρυμού - εξάλλου δεν συντάσσονται με τους υπόλοιπους πολίτες που αυτοπροσδιορίζονται ως οικολόγοι, φίλοι του περιβάλλοντος ή ο,τιδήποτε άλλο - ούτε την προτίμησή τους σε κάποιο πολιτικό κόμμα ή σε οποιαδήποτε άλλης μορφής παράταξη, παρά επιλέγουν να αυτοαποκαλούνται μπλόγκερ και να δρουν ως τέτοιοι. Η επίκληση της ιδιότητας του μπλόγκερ αποκτά έτσι μια διπλή λειτουργία και μία καινούρια σημασία. Η πρώτη λειτουργία αφορά το εσωτερικό της κοινότητας και στοχεύει στην ενοποίηση των μελών της στη βάση της κοινής τους ιδιότητας. Η δεύτερη αφορά το εξωτερικό της κοινότητας και στοχεύει στη διαφοροποίησή της από άλλες κοινότητες, όπως π.χ. από τους οικολόγους. Ο οικολόγος μπλόγκερ επιλέγει να δράσει ως μπλόγκερ και όχι ως οικολόγος. Ταυτόχρονα, ο μη οικολόγος μπλόγκερ επιλέγει κι αυτός να δράσει παρόλο που δεν είναι οικολόγος.
Η ιδιότητα του μπλόγκερ παίρνει έτσι μια έντονα πολιτική διάσταση, σημαντικά διαφοροποιημένη από την παραδοσιακή πολιτική δράση. Ο μπλόγκερ δε χρειάζεται να δηλώσει οικολόγος, ή φιλάνθρωπος ή ευαισθητοποιημένος και πολιτικοποιημένος πολίτης, για τον πολύ απλό λόγο ότι η ιδιότητα του μπλόγκερ χρησιμοποιείται σημαίνοντας όλα τα παραπάνω: ευαισθησία απέναντι στην αδικία, στράτευση για την καταπολέμησή της, επιθυμία για δράση πέρα από παραδοσιακές πολιτικές κατηγορίες. 'Ετσι, η ομολογία του μπλόγκινγκ αποκτά αυτόματα μία αυτόνομη βαρύτητα, επαρκή από μόνη της να εξηγήσει τη δέσμευση στη δράση. Το πόσο μακριά τώρα, μπορεί να πάει αυτή η κινητοποίηση και πόσο μπορεί να διαρκέσει η ομοιογένεια στο εσωτερικό της κοινότητας των μπλόγκερ είναι κάτι που θα φανεί στην πορεία.




Υ.Γ. Κάποια στιγμή αποφάσισα να κλείσω την εφημερίδα και να στρέψω την προσοχή μου στην ελληνική μουσική παραγωγή των τελευταίων μηνών. Παίρνω λοιπόν ένα τυχαίο cd από τη στίβα με τις ολοκαίνουριες αγορές μου και ακούω το ακόλουθο ρεφραίν: Μα ακούς τι λέγεται/ Η Ελλάδα καίγεται/ και τα βράδυα κλαίγεται μέσα απ'το γυαλί/ μην ακούς τι λέγεται / η Ελλάδα καίγεται/ και αυτοί που θα τη σώσουν είναι μόνο οι τρελοί.

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2007

Δημόσιες καταγγελίες και ηθικές υποθέσεις (Από το homo sucker στο homo sacer)

Η κατάσχεση του έργου της Εύας Στεφανή και η σύλληψη του γκαλερίστα Μιχάλη Αργυρού της Art Athina ήρθαν μόλις λίγες μερές μετά τις καταγγελίες για το περιεχόμενο της εκπομπής «je t’aime» της Αννίτας Πάνια. Δύο γεγονότα που μοιάζουν μεταξύ τους σχεδόν όσο διαφέρουν. Δύο ανώνυμες καταγγελίες με αφορμή το ηθικό (και όχι το αισθητικό) περιεχόμενο δύο διαφορετικών καλλιτεχνικών εκφράσεων, σε δύο διαφορετικούς χώρους που είχαν ως αποτέλεσμα να κινητοποιηθούν οι κρατικοί μηχανισμοί ελέγχου και καταστολής (ΕΣΡ, Αστυνομία) φέρνοντας τους «ενόχους» ενώπιον της δικαιοσύνης και τα «έργα» τους ενώπιον της δημόσιας κρίσης. Ωστόσο και στις δύο περιπτώσεις η επίδικη συμπεριφορά είναι η ίδια: ο εξευτελισμός αυτού που θεωρείται ιερό. Στη μια περίπτωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στην άλλη περίπτωση των εθνικών συμβόλων. Για να κατανοήσουμε τις δύο αυτές υποθέσεις, που ξέσπασαν σχεδόν ταυτόχρονα, χρειάζεται να παρακολουθήσουμε τη θέση που πήραν οι δύο πλευρές (των κατηγόρων και των κατηγορουμένων) και να αναρωτηθούμε αν τα επιχειρήματά τους θεμελιώνονται ή όχι. Θα ασχοληθώ εδώ με την υπόθεση του je t’aime γιατί με ενδιαφέρει περισσότερο, κυρίως λόγω των πολιτικών της προεκτάσεων.
Μια ταλαντούχα TV περσόνα, που έθεσε τους όρους της ελληνικής trash τηλεοπτικής παραγωγής και που πετυχαίνει ολοένα και υψηλότερες ακροαματικότητες, τίθεται υπό εξέταση με την κατηγορία ότι στην εκπομπή της εκμεταλλεύεται ανθρώπους με αναπηρία προσβάλλοντας την αξιοπρέπειά τους. Οι εν λόγω δε άνθρωποι είναι, σύμφωνα με τους καταγγέλοντες, ανήμποροι να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, ακριβώς εξαιτίας της αναπηρίας τους, και έχουν ανάγκη από έξωθεν υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους. Την θέση αυτή υιοθέτησαν οι σύλλογοι που εκπροσωπούν τα δικαιώματα των αναπήρων και υποστηρίχτηκαν στη Βουλή με την ερώτηση που κατέθεσε ο βουλευτής του Συνασπισμού Θανάσης Λεβέντης. Από την άλλη μεριά τώρα, υπάρχει η θέση των ίδιων των ενδιαφερόμενων ατόμων, που έρχεται κυρίως ως απάντηση στην παραπάνω κατηγορία. «Ολοι εμείς που συμμετέχουμε στην εκπομπή», λέει ο Κωνσταντίνος Παρασκευάς, «δεν βγήκαμε από κανένα ίδρυμα ούτε και μας "μαζέψανε" από κάποιο άσυλο. Αυτά είναι γελοία πράγματα και μας θίγουν. Είμαστε μέλη της κοινωνίας, με οικογένειες, δουλειές, φίλους όπως κι εσείς. Το να θεωρείτε ότι έχω ψυχολογικά προβλήματα είναι λυπηρό και άστοχο. Σας ενοχλεί η εικόνα μου, το ότι δεν είμαι σαν παρουσιαστής ειδήσεων, το ντύσιμό μου, η προφορά μου; Τι απ’όλα θεωρείτε υποβαθμισμένο;» Ταυτόχρονα, ο Θανάσης Ηλίας λέει: «Είμαι 39 χρόνων κι εργάζομαι ως υπάλληλος στα ΤΕΙ Αθήνας. Εχω εκπληρώσει τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις κι έχω δουλέψει και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Θεωρώ ότι είναι πολύ άσχημο και βαριά προσβλητικό για εμένα, τους συγγενείς και τους φίλους μου να διαδίδεται στον κόσμο ότι έχω ψυχολογικά προβλήματα, ότι χρειάζομαι παρακολούθηση και ότι με εκμεταλλεύεται και με γελοιοποιεί η κυρία Πάνια ή οποιοσδήποτε άλλος».
Το πρώτο πράγμα που μπορούμε να παρατηρήσουμε σε αυτή τη διαμάχη είναι ότι ο ισχυρισμός της προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας χρησιμοποιείται εξίσου και από τα δύο στρατόπεδα. Από τη μια μεριά, οι εκπρόσωποι των αναπήρων κατηγορούν την Πάνια και το κανάλι για εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης αναπηρίας και από την άλλη, οι ενδιαφερόμενοι –φερόμενοι ως ανάπηροι– κατηγορούν συλλήβδην τους καταγγέλοντες για τον ισχυρισμό της αναπηρίας τους. Σύμφωνα με τους τραγουδιστές του je t’aime, η ανθρώπινη τους αξιοπρέπεια προσβάλλεται όταν δεν τους αναγνωρίζεται η υγεία τους και η ικανότητα τους να υπερασπίζονται τον εαυτό τους, και όχι όταν τραγουδάνε και εκτίθενται με τη συγκατάθεσή τους στην τηλεοπτική εκπομπή.
Δεύτερον, το επιχείρημα του εξευτελισμού στη βάση της αναπηρίας θέτει ένα βασικό ερμηνευτικό πρόβλημα και γρήγορα οδηγεί σε λογικό κενό. Η λογική του είναι η εξής: «Πρέπει να παρέμβουμε και να «σώσουμε» τους ανάπηρους που εξευτελίζονται, και οι οποίοι εξευτελίζονται ακριβώς επειδή είναι ανάπηροι». Αν όμως, δεχτούμε τελικά ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν νοητική υστέρηση και ότι αντίθετα έχουν πλήρη επίγνωση των πράξεων τους – κάτι που είναι πολύ λογικό εξάλλου, μιας και η υποτιθέμενη υστέρησή τους δεν είναι αναγνωρίσιμη παρά μόνο από το ίδιο το γεγονός ότι δέχονται να «εξευτελιστούν» – τότε, η απαίτηση των καταγγελόντων να πάψει ο δημόσιος «εξευτελισμός» των αναπήρων δεν μπορεί να στηριχτεί. Οδηγούμαστε λοιπόν να διατυπώσουμε το εξής ερώτημα: Μας ενοχλεί ο εξευτελισμός των αναπήρων, που ως ανάπηροι είναι απροστάτευτοι και ανυπεράσπιστοι, ή μας ενοχλεί ο εξευτελισμός γενικά; Και αν απαντήσουμε θετικά στο δεύτερο σκέλος, τότε τι συμβαίνει στην περίπτωση που το αντικείμενο του εξευτελισμού τον υπόκειται με την ίδια τη συγκατάθεσή του (γιατί μπορεί να βρίσκει π.χ. κάποιου είδους ηδονή σε αυτό τον εξευτελισμό ή κάποιο άλλο υλικό όφελος, όπως χρήματικό κέρδος); Πρέπει και σε αυτή την περίπτωση να παρέμβει μία εξωτερική αρχή με στόχο να βάλει την αξία της αξιοπρέπειας πάνω από την αξία της ατομικής ελευθερίας;
Το ερώτημα αυτό ανοίγει το δρόμο σε δύο διαφορετικά ηθικά και πολιτικά ενδεχόμενα. Το ένα δίνει προτεραιότητα στην αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα στις διάφορες αρχές του κράτους να λειτουργούν ως πρακτικές αυθεντίες παρεμβαίνοντας όπου χρειάζεται και υποδεικνύοντας ή απαγορεύοντας ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές. Το άλλο αναγνωρίζει ως ανώτερη την αξία της ατομικής ελευθερίας, αφήνοντας τους ανθρώπους να δρουν σύμφωνα με τη δική τους βούληση στη βάση της ατομικής τους αυτονομίας. Σε ένα θεωρητικό επίπεδο, το πρώτο ενδεχόμενο αντανακλά το μοντέλο ένος κράτους πατερναλιστικού, το δεύτερο ενός κράτους φιλελεύθερου. Σε επίπεδο όμως πραγματικής πολιτικής διακυβέρνησης, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Σχεδόν όλες οι σύγχρονες ευρωπαϊκές δημοκρατίες έχουν υιοθετήσει ένα «ανάμικτο» μοντέλο, φιλελεύθερο όταν πρόκειται για την ιδιωτική ζωή των ατόμων και πατερναλιστικό όταν πρόκειται για δημόσιες εκφράσεις και συμπεριφορές.
Τα όρια όμως του ιδιωτικού και του δημόσιου χώρου είναι δύσκολο να καθοριστούν σαφώς, με αποτέλεσμα η κρατική παρέμβαση να επεκτείνεται πολύ συχνά πέρα από το δημόσιο χώρο της αρμοδιότητάς της. Ενδεικτικά αναφέρω μία περίφημη υπόθεση της γαλλικής νομολογίας, στην οποία ο δήμαρχος μιας πόλης εξέδωσε διοικητική πράξη εις βάρος μίας ντισκοτέκ που απασχολούσε ένα νάνο τον οποίο οι θαμώνες του μαγαζιού είχαν τη δυνατότητα να πετούν ως ανθρώπινη μπάλα πάνω από τα τραπέζια τους. Παρά τη διαβεβαίωση του νάνου ότι ό ίδιος είχε επιλέξει να κάνει αυτή τη δουλειά μιας και δεν ένιωθε να εξευτελίζεται ενώ ταυτόχρονα του επέτρεπε να βγάζει πολλά χρήματα, η ντισκοτέκ αναγκάστηκε να τον απολύσει. Ο νάνος φυσικά δήλωσε περισσότερο εξευτελισμένος με την απόφαση αυτή, γιατί του στερούσε το δικαίωμά του να εργάζεται και τον αντιμετώπιζε ως ανίκανο να αποφασίζει για τον εαυτό του.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τόσο η περίπτωση του ζεταίμ όσο και η υπόθεση του νάνου εγγράφονται σε μία γενικότερη προσπάθεια των σύγχρονων δημοκρατιών να υπερασπίζονται την αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, προσπάθεια που όμως τελικά αποτυγχάνει. Γιατί, αντί να εξαλείφονται οι ιδιαιτερότητες που εγκαθιδρύουν τις διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους, οι ιδιαιτερότητες αυτές τονίζονται και επιδεικνύονται σε τέτοιο βαθμό, που όχι μόνο δεν οδηγούν στην εξάλειψη των διαφορών, αλλά επιπλέον οδηγούν στη νομιμοποίησή τους. Το ελάττωμα και η αναπηρία δεν αντιμετωπίζονται ως απλές ανθρώπινες καταστάσεις ανάμεσα σε τόσες άλλες, παρά σαν καταστάσεις εξαιρετικές, σχεδόν ιερές, τις οποίες πρέπει πάση θυσία να προστατεύσουμε ως έχουν. Οι «ανάπηροι» του je t’aime, που φαίνονται να διαφορποιούνται από τα στάνταρ της ανθρώπινης κανονικότητας, γίνονται τα προνομιούχα αντικείμενα της «ανθρωπιάς» του κράτους, το οποίο αναλαμβάνει να τα φροντίσει με τρόπο ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Η «χαζομάρα» τους ιεροποιείται, με αποτέλεσμα, έτσι ιεροποιημένη, να μην μπορεί να πειραχτεί ή να αμφισβητηθεί.
Υπάρχει όμως και ένας ποιοτικός παράγων ο οποίος μου φαίνεται καίριος και στον οποίο έχει ενδιαφέρον να αναφερθούμε. Αφορά την έννοια του εξευτελισμού και τη δυσκολία που έχουμε να την προσδιορίσουμε. Ο εξευτελισμός είναι κάτι που μπορεί να βιώνουμε συχνά στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, όταν π.χ. κάποιος μας επιπλήτει ή μας εκθέτει δημόσια, όταν κάποιος εκμεταλλεύεται την ανωτερότητά του για να επιβληθεί κτλ. Τα περιστατικά όμως αυτά δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την κρατική παρέμβαση. Για να βρούμε λοιπόν πότε αυτή είναι νομιμοποιημένη, είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε μία ποιοτική ανάλυση του νοήματός του. Ας μιλήσουμε με παραδείγματα. Γιατί στην περίπτωση του νάνου που τα βράδυα μεταμορφώνεται σε ανθρώπινη μπάλα η κρατική παρέμβαση νομιμοποιείται ενώ αντίθετα στον νάνο που παίζει π.χ. τον Άριελ, το ξωτικό, στην Τρικυμία του Σαίξπηρ δεν τίθεται καν θέμα παρέμβασης; Και στις δύο περιπτώσεις, οι νάνοι χρησιμοποιούν την ιδιαιτερότητά τους για να βιοποριστούν, εκτίθενται, γίνονται θέαμα και χειροκροτούνται. Και απ’ότι λένε, και οι δύο επέλεξαν μόνοι τους να κάνουν αυτοί τη δουλειά και είναι ευχαριστημένοι. Που ξεκινάει λοιπόν, ο εξευτελισμός και που τελειώνει; Γιατί στην μία περίπτωση το σώμα του νάνου θεωρείται ότι γίνεται αντικείμενο εξευτελισμού ενώ στην άλλη αντικείμενο τέχνης; Και τελικά πότε αρχίζει το δικαιώμα του φιλελεύθερου κράτους να γίνεται πατερναλιστικό και να παρεμβαίνει στη φιλελεύθερη «σχέση που έχει το άτομο με τον εαυτό του»;
Τελικά η συσχέτιση του εξευτελισμού, ως ανήθικης πράξης, με μία αντίληψη για την αισθητική είναι αναπόφευκτη. Οι ανθρώπινες συμπεριφορές αξιολογούνται σχεδόν όπως τα έργα τέχνης. Κάποιες είναι απρόβλεπτες, προκλητικές και άρα λογοκρίνονται, κάποιες είναι αναμενόμενες, κανονικές και άρα επιτρέπονται. Τόσο το je t’aime όσο και το video αρτ της Εύας Στεφανή εντάσσονται στην πρώτη κατηγορία. Σοκάρουν, το ένα για τον «οπισθοδρομισμό» του, το άλλο για το ριζοσπαστισμό του. Αλλά κυρίως σοκάρουν, όχι επειδή υπάρχουν, αλλά γιατί πάντα θα υπάρχει κόσμος που θα θέλει να τα δει και θα του αρέσουν. Και ενώ στην περίπτωση του αυτόβουλου εξευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας η κρατική παρέμβαση θα μπορούσε ίσως και να θεωρηθεί δικαιολογημένη, στην περίπτωση της τέχνης δε δικαιολογείται ποτέ.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2007

Ένας θάνατος, μια επέτειος κι η μπλογκόσφαιρα: Για μια ανθρωπολογία των μπλογκ

Όταν διάβασα πριν από λίγες μέρες στο http://www.sync.gr/ (τον κατάλογο των ελληνικών μπλογκ) ότι η πρώτη Ιουνίου ορίστηκε μέρα επετείου για την Αμαλία από όλα τα ελληνικά μπλογκ ένιωσα μία απροσδιόριστη σύγχυση. Τι θα πει επέτειος για τα μπλογκ; Πως ορίστηκε, από ποιόν, ποιός το αποφάσισε, έπρεπε κι εγώ να πάρω μέρος σε αυτή την επέτειο και αν ναι τι ακριβώς έπρεπε να κάνω; Άρχισα λοιπόν να περιπλανιέμαι στην μπλογκόσφαιρα μήπως και έβρισκα απάντηση στα ερωτήματά μου. Τα περισσότερα μπλογκ είχαν ήδη αναρτήσει ποστ σχετικά με το ζήτημα, άλλα απλά προσκαλούσαν τους επισκέπτες να αναρτήσουν στο μπλογκ τους τη φωτογραφία της Αμαλίας την 1η Ιουνίου. Πολύ γρήγορα η αρχική μου σύγχυση έδωσε τη θέση της σε μία ενόχληση. Είχα επισκεφτεί κι εγώ το μπλογκ της Αμαλίας στο παρελθόν και είχα μάθει την ιστορία της, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν αυτό που ωθούσε τους άλλους μπλόγκερ να αναρτούν, με τόση ευκολία και περισσό συναίσθημα, ποίηματα και συλλυπητήρια μηνύματα. Επειδή, λοιπόν, όλη αυτή η «επέτειος», της οποίας τα προεόρτια είχαν αρχίσει ήδη τρεις μέρες νωρίτερα, μου φάνηκε κάπως μακάβρια, και επειδή μάλλον έχω και μια σχετική νεκροφοβία, αποφάσισα να κλείσω το ίντερνετ και να απέχω σιωπηλά. Έτσι κι αλλιώς, δεν υπάρχει τίποτα που να με υποχρεώνει να βάλω τη φωτογραφία της και να «πενθήσω», σκέφτηκα.
Η απόφαση αυτή της αποχής με βασάνιζε δυο μέρες. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ένιωθα άσχημα. Όχι για την ασέβεια, που ενδεχομένως θα σήμαινε η αποχή μου απ’την επέτειο, προς το πρόσωπο της κοπέλας, αλλά για την απουσία μου από εκείνο που άλλοί άνθρωποι γύρω μου βίωναν σαν ένα συλλογικό γεγονός. Τελικά υπάρχει μπλογκόσφαιρα σκέφτηκα, και αποφάσισα να γράψω αυτό το ποστ.
Ένας κορυφαίος ανθρωπολόγος των ημερών μας, ο Ρενέ Ζιράρ, γράφει στο κλασικό πια βιβλίο του Η βία και το ιερό ότι ο θάνατος είναι η χειρότερη μορφή βίας που μπορεί να υποστεί ο άνθρωπος. Είναι μια βία υπερφυσική, εξαιρετικά ολέθρια και μεταδοτική. Με το θάνατο, η βία παρεισφρέει στην κοινότητα των ζωντανών και αυτοί με τη σειρά τους οφείλουν να προστατευτούν από αυτήν και να διαφοροποιηθούν με κάποιον τρόπο από τον κόσμο των νεκρών. Έτσι, απομονώνουν τον θάνατο, δημιουργώντας ένα κενό γύρω από αυτόν. Παίρνουν κάθε είδους προφυλάξεις και κυρίως οργανώνουν επικήδειες τελετές, ανάλογες με όλα τα άλλα έθιμα που αποσκοπούν στον εξαγνισμό και το διωγμό της ολέθριας αυτής βίας του θανάτου. Ο θάνατος του απομονωμένου θύματος είναι το τίμημα που πρέπει να πληρωθεί για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει η συλλογική ζωή. Ένα μόνο ον αρκεί να πεθάνει για να ενισχυθεί η αλληλεγγύη ανάμεσα στους ζωντανούς.
Αντίστοιχα, δεν μπορεί να υπάρξει μορφή κοινωνικής ζωής χωρίς να έχει προηγηθεί ένα πρωταρχικό θεμελιώδες γεγονός –ένα γεγονός ιδρυτικής βίας– πάνω στο οποίο να στηριχτεί. Οι θρησκείες, οι λαϊκοί μύθοι και αρχαίες ελληνικές τραγωδίες είναι γεμάτες από τέτοια πρωταρχικά γεγονότα βίας (κυρίως θυσίες) στη βάση των οποίων δημιουργήθηκαν νέες κοινωνικές τάξεις πραγμάτων: ο ξεπεσμός των πρωτόπλαστων από τον παράδεισο, η θυσία του Αβραάμ, η θυσία του Ιησού, η θυσία της Ιφιγένειας, της Αντιγόνης, του Οιδίποδα, οι διονυσιακές τελετές, ο μύθος του μινόταυρου κτλ. Κάποιος καλείται να παίξει εκουσίως ή ακουσίως το ρόλο του εξιλαστήριου θύματος για να μπορέσει μετά να αποκατασταθεί η τάξη χάρη στη θυσία του. Η εγκατάσταση της νέας αυτής τάξης πραγμάτων σηματοδοτεί και τη σύσφιξη του δεσμού ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας που προκύπτει από το εκάστοτε γεγονός της ιδρυτικής βίας.Και για να επανέλθουμε, η επέτειος αυτή της 1ης Ιουνίου για την Αμαλία σημειοδοτεί δύο πράγματα: αφενός, την ανάγκη μας να εξαγνίσουμε το θάνατο, που χτύπησε τη νεότευκτη και ιδιότυπη κοινότητά μας. Τον μνημονεύουμε και τον γιορτάζουμε, όχι γιατί μας αρέσει, αλλά για να τον ξεπεράσουμε. Αφετέρου, η επέτειος αυτή σημειοδοτεί την ίδρυση της ίδιας της κοινότητας μας, της ελληνικής μπλογκόσφαιρας. Σύμφωνα με τη θεωρία του Ζιράρ, η Αμαλία είναι το εξιλαστήριο θύμα. Φυσικά η ελληνική μπλογκόσφαιρα δεν τη θυσίασε επί τούτου. Απλά ιδιοποιήθηκε και μνημόνευσε το γεγονός του θανάτου της. Σύμφωνα από την άλλη, με τη δομιστική ανθρωπολογία του Λεβί Στρώς, ο θάνατος της Αμαλίας είναι το ιδρυτικό εκείνο «αρνητικό γεγονός» που θα προκαλέσει τη γέννηση μίας σειράς θετικών γεγονότων – με τον ίδιο τρόπο που στη δομιστική ανθρωπολογία η απαγόρευση της αιμομοιξίας (αρνητικό γεγονός) προκαλεί το γάμο με άτομα του αντίθετου κλαν και ευνοεί έτσι τη σύναψη των κοινωνικών δεσμών (θετικό γεγονός). Το πρόσωπο της Αμαλίας γίνεται σήμερα το τοτέμ της κοινωνίας των μπλόγκερ. Ένα τοτέμ με το οποίο όλοι ταυτιζόμαστε και μέσω του οποίου όλοι αναπαριστώμαστε. Το λατρεύουμε με την τελετή μας αυτή για να εγκαθιδρύσουμε την ύπαρξη μας, ως συνόλου πια και όχι ως μεμονωμένων ανθρώπων που απλά κάνουμε τις νευρώσεις μας ημερολόγια.